Μια νέα κυβέρνηση στην... ίδια χώρα

Η Νέα Δημοκρατία καβάλησε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ κύμα αλλά η κυριαρχία της στο εκλογικό σώμα παραμένει... επισφαλής. Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, των άλλων κομμάτων και το στοίχημα της επιστροφής στην κανονικότητα.

Μια νέα κυβέρνηση στην... ίδια χώρα
  • του Κώστα Μαρκάζου*

Ανεξαρτήτως μιας διάχυτης ευφορίας, το μόνο συμπέρασμα που δεν μπορεί να διατυπωθεί είναι ο βαθμός επιτυχίας της νέας κυβέρνησης. Αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο όσοι προεξοφλούν αποτελέσματα με θούριους και εμβατήρια υπέρ της κυβέρνησης ή όσοι σπεύδουν να αποκαλύψουν γενετικά ελαττώματα και προπατορικές αμαρτίες εναντίον της.

Ο κομματικός χάρτης άλλαξε (μέχρι να ξαναλλάξει)

Τα εκλογικά αποτελέσματα του 2019 μοιάζουν με αυτά του 2015, αλλά κατοπτρικά αντεστραμμένα. Οι άνεμοι άλλαξαν, το αγανακτισμένο αντιμνημονιακό μελτέμι κούρασε και γεννήθηκε μια ισχυρή διάθεση επιστροφής σε κανονική νηνεμία.

Η Νέα Δημοκρατία καβάλησε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ κύμα που είχε δημιουργηθεί όχι μόνο από τις πολιτικές εφαρμογής του 3ου Μνημονίου (όπως θέλει να ερμηνεύει ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά από τη διάθεση τιμωρίας της αλαζονείας, την αποστροφή στις θεσμικές αθλιότητες (επηρεασμού της Δικαιοσύνης ή των Μέσων Ενημέρωσης) και την εφαρμογή παλαιοκομματικών μεθόδων διακυβέρνησης.

Η διεύρυνση της εκλογικής βάσης της ΝΔ όμως είναι εύθραυστη και όσο στηρίζεται στην τιμωρία των αντιπάλων, παραμένει επισφαλής. Η κυβέρνηση, αν θέλει να μακροημερεύσει, θα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων των ψηφοφόρων, ακόμη και όσων απέχουν συνειδητά• τα αίτια της αποχής είναι βαθύτερα από την τεμπελιά ή την καλοκαιρινή ζέστη.

Η επιδίωξη «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ ευτυχώς απέτυχε. Η αντιπολίτευση πρέπει να είναι ισχυρή στη Δημοκρατία και αποτελεί εγγύηση ότι δεν θα ξαναζήσουμε αυτάρεσκες και αυθαίρετες κυβερνήσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι με αυτοδύναμες κυβερνήσεις χρεοκοπήσαμε, γιατί δεν υπήρχαν φρένα στα μονοκομματικά πελατειακά συστήματα που δημιούργησαν στη χώρα. Η ποιότητα του αντιπάλου σε καθορίζει, συνεπώς αντί να ονειρεύονται κάποιοι την εξαφάνιση του αριστερού «εχθρού» (που μυρίζει τσιγαρίλα), καλύτερα να εύχονται τη βελτίωσή του.

Το ΚΙΝΑΛ (ψευδώνυμο του ΠΑΣΟΚ) έχει καταντήσει ένα μικρό σούπερ μάρκετ από το οποίο αγοράζουν προϊόντα (ακόμη και ληγμένα) τα δύο μεγαλύτερα κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έστησε γέφυρες προεκλογικά που οδήγησαν αρκετούς από την πολιτική μοναξιά στα έδρανα της Βουλής. Η ΝΔ έχει την πολυτέλεια να είναι πιο εκλεκτική και επαίρεται ότι «ψωνίζει από τα πάνω ράφια».

Τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα κινούνται ανάμεσα στην πολιτική απολίθωση (ΚΚΕ), τη φαιδρότητα (Ελληνική Λύση) και υποπροϊόντα ναρκισσισμού (ΜέΡΑ25).

Η διαμόρφωση των κομματικών συσχετισμών μοιάζει ανεπίστρεπτη, αλλά η ενίσχυση του ενός πόλου του πολιτικού φάσματος πάντα δημιουργεί αντίρροπες δυνάμεις που ενισχύουν τον αντίθετο (ακόμη και αν δεν έχει καν δημιουργηθεί). Δεν υπάρχουν πλειοψηφίες πάνω από 40% και αργά ή γρήγορα το υπόλοιπο 60% θα βρει τον τρόπο να πλειοψηφήσει.

Επιστροφή στη χαμένη κανονικότητα

Έχει γίνει πολύς λόγος για «επιστροφή στην κανονικότητα». Αν εννοούμε μια (εν πολλοίς απατηλή) νοσταλγία του παρελθόντος, μάλλον δεν θα έπρεπε να την επιδιώκουμε. Όχι μόνο γιατί είναι ανέφικτη, καθώς κανείς ξένος δεν είναι διατεθειμένος να δανειοδοτεί ελλείμματα για παροχές (ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο), αλλά και γιατί θα ξαναζούσαμε με μαθηματική ακρίβεια την επανάληψη μιας νέας χρεοκοπίας σαν φαρσοτραγωδία.

Φαίνεται όμως ότι τα μνημόνια λειτούργησαν διδακτικά και οι Έλληνες επιζητούν μιαν άλλη κανονικότητα, στην οποία οι υπουργοί να έχουν ένα σεμνότερο ύψος ή να υπάρχουν στην κυβέρνηση στελέχη που να έχουν δουλέψει «κανονικά» στη ζωή τους και να μη θεωρείται αντικανονικό να διαθέτουν αξιόλογες σπουδές και «βιογραφικό». Ο περισσότερος κόσμος κουράστηκε από παλινδρομήσεις, ατελέσφορες μάχες και δημοψηφίσματα. Ο θυμός ξεθύμανε• ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να αλλάξει χαρακτήρα, αν θέλει να διατηρηθεί ισχυρός.

Κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας

Η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρασυρθεί από την ευφορία της νίκης. Αν δεν οικοδομήσει κοινωνικές συναινέσεις και πολιτικές συμμαχίες, δεν θα καταφέρει να περιορίσει τις (αναμενόμενες) πολυποίκιλες αντιδράσεις. Η αυτοδυναμία επιτρέπει «άνεση κινήσεων», αλλά η επιτυχία δεν θα επιτευχθεί με τους υπόλοιπους απέναντι. Ο χρόνος ζωής των κυβερνήσεων (και όχι μόνο εδώ) έχει μικρύνει σε σχέση με το παρελθόν. Θα ήταν σκόπιμο οι νεοδιορισθέντες υπουργοί να σταματήσουν να περιγράφουν τη Συμφωνία των Πρεσπών σαν «επαίσχυντη» ή «προδοτική», γιατί θα πρέπει να την εφαρμόσουν μέχρι κεραίας. Ντοπάροντας οπαδούς για λάθος λόγους είναι μια σίγουρη συνταγή μελλοντικής δυσαρέσκειας.

Οι ηγέτες των σημαντικότερων χωρών στο συγχαρητήριο τηλεφώνημα στο νέο πρωθυπουργό δεν παρέλειψαν να αναφερθούν στην ανάγκη τήρησης της Συμφωνίας. Μέχρι και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έπλεξε το εγκώμιο του Αλέξη Τσίπρα, κάνοντας λόγο για «επίτευγμα σημαντικής πολιτικής ηγετικής ικανότητας» (statesmanship)!

Η κυβέρνηση είναι καταδικασμένη να πετύχει

Αντιθέτως από όσα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός διακηρύσσει, η κυβέρνηση θα έχει ανοχή και περίοδο χάριτος. Κανείς δεν περιμένει θαύματα, είναι όμως κρίσιμο να εξηγήσει τις προτεραιότητες και να έχει κάποιες γρήγορες νίκες.

Δεν θα κερδίσει χρόνο με δικαιολογίες (τύπου, «φταίνε οι προηγούμενοι») καθώς καμία επικοινωνία δεν μπορεί να καλύψει αποτυχίες επίτευξης στόχων. Οι προσδοκίες είναι μεγάλες αλλά τα άστρα είναι φωτεινά καθώς: (α) το σημείο εκκίνησης είναι χαμηλό (άρα είναι εφικτές θεαματικές βελτιώσεις), (β) υπάρχει ωρίμανση της κοινής γνώμης σε χρονίζοντα θέματα (απενοχοποίηση επιχειρηματικότητας, ιδιωτικοποιήσεων, ενίσχυσης της ασφάλειας), (γ) αρκετοί εξωτερικοί παράγοντες (παρότι δεν μπορούμε να τους επηρεάσουμε) όπως τα επιτόκια των ομολόγων είναι (προς το παρόν) ευνοϊκοί.

Με ενοχλεί η θρησκευτική ορκωμοσία και (πολύ περισσότερο) το χειροφίλημα του πρωθυπουργού στον Αρχιεπίσκοπο, αλλά δεν είναι το σημαντικότερο θέμα αυτή τη στιγμή. Ούτε πρέπει να υπάρχουν προσδοκίες για πρωτοβουλίες διεύρυνσης ατομικών δικαιωμάτων• άλλωστε η ΝΔ είχε καταψηφίσει όλα τα σχετικά νομοθετήματα, αφήνοντας την πρωτοβουλία αντίστοιχων φιλελεύθερων πολιτικών στην Αριστερά. Ακόμη και το πολυπληθές μέγεθος της κυβέρνησης και η υποεκπροσώπηση των γυναικών δεν αποτελούν προτεραιότητα στο σημείο που έχουμε φτάσει.

Είναι προς το συμφέρον όλων μας να πετύχει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς το διακύβευμα για τη χώρα είναι η ανατροπή των αρνητικών οικονομικών τάσεων, των διαρθρωτικών προβλημάτων και του δημογραφικού μαρασμού που βιώνουμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Το δυστοπικό σενάριο είναι να συνεχιστεί μια πολύχρονη αναπτυξιακή στασιμότητα με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που θα μεγαλώσουν την απόσταση την Ελλάδας από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν υπάρχει λόγος να το ζήσουμε, γιατί μπορούμε να το αποφύγουμε.

* Ο Κώστας Μαρκάζος είναι οικονομολόγος, συγγραφέας του βιβλίου «ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ» (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη)

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v