Δεν είναι πανάκεια η μείωση των επιτοκίων

Με τα επιτόκια ξανά στο προσκήνιο και με διεθνείς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ να πιέζουν για τη μείωσή τους, ορατός είναι πλέον ο κίνδυνος πως θα δημιουργηθούν προσδοκίες για ανάκαμψη που δυστυχώς μάλλον δεν θα επαληθευθούν, επισημαίνει ο Αντ. Κεφαλάς.

Δεν είναι πανάκεια η μείωση των επιτοκίων
του Αντώνη Κεφαλά*

Με τα επιτόκια ξανά στο προσκήνιο και με διεθνείς οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να πιέζουν για τη μείωσή τους, ορατός είναι πλέον ο κίνδυνος πως θα δημιουργηθούν προσδοκίες για ανάκαμψη που δυστυχώς μάλλον δεν θα επαληθευθούν.

Για ένα πράγμα μάλιστα μπορεί κανείς να είναι σίγουρος: η μείωση των επιτοκίων -αν συμβεί- θα έχει ίσως (κι αυτό είναι ένα μεγάλο ”ίσως”) μία παροδική ευνοϊκή επίπτωση, η οποία θα καταστεί εμφανής στο επίπεδο της συμπεριφοράς των νοικοκυριών.

Δεν θα μπορέσει όμως να μας βγάλει από την κρίση και δεν θα έχει θετική επίπτωση στις τιμές των μετοχών.

Αυτά για την παγκόσμια οικονομία. Για την ελληνική, η εικόνα είναι περίπου η ίδια. Μόνο για το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών απλά θα πούμε ότι αυτό δεν πρόκειται να ανακάμψει όσες παρουσιάσεις κι αν κάνει η διοίκηση του στο διαδίκτυο κι όσο κι αν διάφοροι εκμεταλλεύονται την άγνοια του διοικητικού συμβουλίου του για δικό τους όφελος -πουλώντας του ”φύκια για μεταξωτές κορδέλες”.

Η συζήτηση για τα επιτόκια έχει ξεκινήσει με αφορμή μία κρίσιμη διαπίστωση: η κρίση των χρηματιστηρίων δεν λέγει να υποχωρήσει και η παγκόσμια ανάπτυξη καθυστερεί. Αυτά, μάλιστα, συμβαίνουν όταν πολλές κυβερνήσεις έχουν ήδη προχωρήσει σε χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής τους.

Την αρχή έκαναν οι ΗΠΑ με τη φορολογική μεταρρύθμιση και στη συνέχεια με τα πρόσθετα πακέτα δαπανών, σε ομοσπονδιακό επίπεδο που προωθήθηκαν μετά τις 9/11.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες δεν θέλησαν να μείνουν πίσω -και έτσι εξηγείται η άνοδος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, σε επίπεδα που φέρνουν τα κράτη αυτά εκτός των ορίων που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Αυτή η δημοσιονομική χαλάρωση δεν απέδωσε και έτσι έχει τώρα αυξηθεί η πίεση να δοθεί -έτσι πιστεύεται- νέα ώθηση με τη μείωση των επιτοκίων. Η προσέγγιση είναι σχεδόν καθαρά κεϊνσιανή και έχει υιοθετηθεί από το ΔΝΤ, το οποίο φαίνεται πως θέλει να αποποιηθεί το κακό (υπέρμαχο της Σχολής του Σικάγου) παρελθόν του και να επιδείξει τώρα την προσήλωσή του στις αρχές της κοινωνικής ευαισθησίας και ισότητας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η μείωση των επιτοκίων θα έχει πράγματι αποτέλεσμα; Σε άλλες συνθήκες -παραδείγματος χάριν αν η συνολική ζήτηση ήταν ανεπαρκής- η δημοσιονομική ώθηση σε συνδυασμό με τη μείωση των επιτοκίων θα ήταν μία ενδεδειγμένη ίσως απάντηση. Αλλά η παρούσα κρίση οφείλεται σε υπερεπάρκεια επενδύσεων, η οποία οδήγησε σε μείωση των κερδών και έτσι και στη χρηματιστηριακή κρίση.

Παράλληλα, η ευφορία των ετών 1998-2000 οδήγησε σε αύξηση της ζήτησης για σπίτια, γεγονός που ενισχύθηκε από την πτώση των επιτοκίων -καθώς τα στεγαστικά δάνεια έγιναν φτηνά και ενθαρρύνθηκε έτσι και η καινούργια ζήτηση και η αναχρηματοδότηση των παλαιών δανείων. Ο κίνδυνος ότι έχει δημιουργηθεί και μία ”φούσκα” στις τιμές των ακινήτων είναι ορατός -οπότε και ο κίνδυνος ότι μετά την πτώση των μετοχών θα ακολουθήσει η πτώση των ακινήτων.

Τι μπορεί, λοιπόν, να πετύχει μία μείωση των επιτοκίων μέσα στο περιβάλλον που επικρατεί; Ουσιαστικά δεν θα επηρεάσει τις επενδύσεις, για δύο λόγους κυρίως.

Πρώτον, υπάρχει ήδη πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό-σε παγκόσμια κλίμακα.

Δεύτερον, μία επένδυση δεν εξαρτάται από το αν τα επιτόκια αναχρηματοδότησης της κεντρικής τράπεζας μειωθούν κατά μισή ή μία μονάδα.

Η παλαιά θέση των Άγγλων οικονομολόγων πως απαιτείται ”αλλαγή ταχύτητας” για να επηρεαστεί μία επιχειρηματική επενδυτική απόφαση, ισχύει ακόμη -και τώρα ίσως περισσότερο από ποτέ.

Η επίπτωση της μείωσης των επιτοκίων θα φανεί, λοιπόν, μέσα από την κατανάλωση. Ο δανεισμός των νοικοκυριών θα είναι πιο φτηνός, το κόστος του δανεισμού που έχει ήδη γίνει δεν θα αυξηθεί -σε ορισμένες περιπτώσεις θα μειωθεί- η αναχρηματοδότηση των στεγαστικών δανείων θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα και οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να σηκώνουν το βάρος της ανάκαμψης.

Μέχρι εδώ καλά. Αλλά με πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό, οι επιχειρήσεις θα αποδοθούν σε έντονο ανταγωνισμό για να κερδίσουν πελάτες. Ότι και να γίνει, η όποια πρόσθετη ζήτηση δεν θα τους αποφέρει πρόσθετα κέρδη παρά μόνο αν καταφέρουν να πάρουν πελάτες από τους ανταγωνιστές τους.

Αυτό συνεπάγεται είτε άνοδο των δαπανών λειτουργίας είτε μείωση των τιμών είτε και τα δύο. Με δεδομένο το χαμηλό επίπεδο κερδών από το οποίο ξεκινούν όλες σχεδόν, η διαδικασία αυτή, από μόνη της, αναπόφευκτα θα επηρεάσει αρνητικά τα κέρδη, οπότε και τις τιμές των μετοχών. Η ανάκαμψη από την πλευρά αυτή δεν θα έρθει. Αντίθετα το πιθανότερο είναι πως θα περάσουμε σ’ ένα φαύλο κύκλο μείωσης των τιμών-μείωσης των κερδών, με τη διαδικασία του αποπληθωρισμού να προχωρεί ύπουλα και σταδιακά. Όταν μία εταιρεία αντιμετωπίζει πρόβλημα στα κέρδη της, επιδιώκει να αυξήσει το μερίδιο αγοράς που κατέχει, προκειμένου να καλύψει πιο εύκολα τα μεταβλητά κόστη της και να ”κρυφτεί” πίσω από τους μεγάλους τζίρους.

Στη βάση αυτή είναι πολύ πιθανό πως η μείωση των επιτοκίων θα επιτρέψει να διατηρηθεί η σημερινή αναιμική ανάπτυξη, αλλά θα δημιουργήσει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φαινομένου του αποπληθωρισμού. Στην -πολύ πιθανή- περίπτωση αυτή, η κρίση θα επανακάμψει και η έξοδος απ’ αυτήν θα είναι μακρόχρονος και επώδυνη. Θα πρέπει σταδιακά να αχρηστευτεί το πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό και στη συνέχεια να ανακάμψει το διαθέσιμο εισόδημα για να δούμε καλές ημέρες.

* Μερική αναδημοσίευση από άρθρο του Αντώνη Κεφαλά που δημοσιεύθηκε στο φύλο του ”Μετόχου” με ημερομηνία 1 Νοεμβρίου 2002.

Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο