Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τι συμβαίνει στο τρίγωνο μετοχές - ομόλογα-ακίνητα

Περισσότερα από 270 δισ. δρχ. έχουν επενδυθεί σε ομόλογα αντί μετοχών, με την ελληνική οικονομία να αντισταθμίζει την πτώση των μετοχών με την άνοδο των τιμών των ακινήτων, επισημαίνει ο Αντώνης Κεφαλάς, ενώ αναρωτάται τι θα γίνει αν το real estate δεν αντέξει.

Τι συμβαίνει στο τρίγωνο μετοχές - ομόλογα-ακίνητα
του Αντώνη Κεφαλά*

Στο αποκορύφωμα της δόξας του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Χ.Α.), και συγκεκριμένα στις 18 Οκτωβρίου 1999, η αξία των συναλλαγών έφτασε τα 2.266 εκατ. ευρώ (773 δισ. δρχ.).

Η μέση ημερήσια άξια συναλλαγών για τον Σεπτέμβριο της χρονιάς εκείνης ήταν 439 δισ. δρχ. η 1.287 δισ. ευρώ. Στην περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2001 η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών ήταν 164 εκατ. ευρώ. Στην ίδια περίοδο του 2002 το μέγεθος αυτό είχε συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, στα 99 εκατ. ευρώ. Και ειδικά τον Οκτώβριο του 2002 ήταν μόλις 71 εκατ. ευρώ.

Τα μεγέθη που παραθέτουμε απλά εικονογραφούν τη γνωστή στο πανελλήνιο καταβαράθρωση του Χρηματιστηρίου: από τις 6.355 μονάδες γύρω στις 1.800 τώρα -ανάλογα με την εβδομάδα και την ημέρα. Παράλληλα, όμως, δημιουργούν ερωτηματικά για το πού έχουν πάει τα κεφάλαια, καθώς και για την προοπτική όχι απλά του Χ.Α., αλλά ευρύτερα της οικονομίας.

Διότι είναι επίσης πανελληνίως γνωστή η τρέχουσα δυσπραγία της αγοράς: αύξηση στις ακάλυπτες επιταγές, μεγαλύτερες από πριν καθυστερήσεις σε εισπράξεις και πληρωμές, περισσότερες δικαστικές διαμάχες και ένα κακό ψυχολογικό κλίμα που δεν προμηνύει καλά μαντάτα για το 2003.

Η όλη κατάσταση παραπέμπει σε μία παράφραση της γνωστής ρήσης του Γεωργίου Παπανδρέου -η μακροοικονομία ευημερεί, η αγορά και τα νοικοκυριά υποφέρουν.

Ένα μέρος από τα κεφάλαια έχει κατευθυνθεί στα ομόλογα -και μάλιστα λήξης 3 και 5 ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει η ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική της Τραπέζης της Ελλάδος, η διακράτηση τίτλων του Δημοσίου από ιδιώτες αυξήθηκε από 330 εκατ. ευρώ στην περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2001 σε 800 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2002. Πολύ απλά, δηλαδή, πάνω από 270 δισ. δρχ. επενδύθηκαν σε ομόλογα αντί σε μετοχές -ή αν πάρουμε την καθαρή αύξηση πάνω από 170 δισ. δρχ.

Κατά τεκμήριο, ένα μεγάλο μέρος των κεφαλαίων που ”υπολείπονται” αφορά καθαρή απώλεια αξίας, η οποία και δεν αναπληρώνεται. Η ελληνική οικονομία, όμως, περίπου σε αντιγραφή εξελίξεων που έχουν σημειωθεί στις ΗΠΑ και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, βρήκε τρόπο να αντισταθμίσει τις απώλειες αυτές.

Μία εξέταση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών νοικοκυριών δείχνει ότι η άνοδος των τιμών των ακινήτων έχει παίξει αυτόν ακριβώς τον ρόλο σε αντιστάθμισμα της πτώσης των τιμών των μετοχών.

Στην τριετία 1998-2001 (σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος) είχαμε συγκεκριμένα τις ακόλουθες εξελίξεις:

1. Η αξία των μετοχών ως ποσοστού επί του ΑΕΠ μειώθηκε από το μέγιστο του 56,2% το 1999 στο 31,1% το 2001 και προφανώς έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο μέσα στο 2002. Ας σημειωθεί ότι το 1998 ήταν μόλις 20% και ίσως προς τα εκεί οδεύουμε.

2. Η αξία των κατοικιών παρουσιάζει αντίθετα συνεχή άνοδο: από 372,6% του ΑΕΠ το 1998 σε 437,2% το 2001 και με προφανή τάση περαιτέρω ανόδου το 2002.

3. Η δανειακή επιβάρυνση έχει μεν διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 1998

(18% του ΑΕΠ το 2001 από 9,2% το 1998) και σήμερα αποτελεί περίπου το 1/2 (23,6%) του διαθεσίμου εισοδήματος, αλλά παρά ταύτα η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών έχει αυξηθεί στο 468,3% του ΑΕΠ το 2001, από 443,1% το 1999.

4. Ακόμη περισσότερο, η αξία των περιουσιακών στοιχείων εκφραζόμενη ως ποσοστό επί του διαθεσίμου εισοδήματος έχει αυξηθεί από 540,5% το 1999 σε 614,7% το 2001.

Οι εξελίξεις αυτές -και όχι η πιστωτική επέκταση όπως θα δούμε πιο κάτω- είναι που θα πρέπει να μας προβληματίσουν. Τα νοικοκυριά δεν είναι υπερχρεωμένα -αντίθετα η εικόνα είναι αρκετά έως πολύ καλή, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ.

Ειδικότερα:

* Στο δωδεκάμηνο Σεπτεμβρίου 2001-Σεπτεμβρίου 2002, ο ρυθμός δανείων προς τα νοικοκυριά υποχώρησε στο 34,5% σε σύγκριση με 40% που ”έτρεχε” στο δωδεκάμηνο του Δεκεμβρίου 2001.

* Τα 2/3 της συνολικής πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά οφείλεται στην κατά 65% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2001 άνοδο των στεγαστικών δανείων.

* Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2002 η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών εκφραζόμενη ως ποσοστό επί του ΑΕΠ ήταν της τάξεως του 20% σε σύγκριση με 46% στη ζώνη του Ευρώ.

* Στην ίδια περίοδο τα δάνεια των τραπεζών προς τα νοικοκυριά κάλυπταν το 11,2% του συνόλου προς τον ιδιωτικό τομέα, ελάχιστα αυξημένα από το 10,2% το Σεπτέμβριο του 2001 και πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ που είναι 17%.

Σε ευρύτερα πλαίσια η συνολική πιστωτική επέκταση στους πρώτους εννέα μήνες του 2002 αυξήθηκε μόλις κατά 7,1% σε σύγκριση με 9,3% για το σύνολο του 2001 και 15,3% για το 2000.

Αυτό που βλέπουμε, δηλαδή, είναι πως τα νοικοκυριά κινούνται με βάση τη λεγόμενη ”επίπτωση πλούτου”: έχουν την αίσθηση πως ο πλούτος τους με την ευρεία έννοιά του, βελτιώνεται και έτσι διατηρούν τη συνολική ζήτησή τους σε υψηλά επίπεδα. Κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επίπτωση της χρηματιστηριακής πτώσης δεν έχει γίνει ακόμη αισθητή στην πλήρη έκτασή της.

Το αδύνατο σημείο εστιάζεται στις τιμές των ακινήτων. Βέβαια, για ορισμένες περιοχές οι τιμές μπορεί να μην αυξηθούν, αλλά δεν θα μειωθούν επίσης. Για άλλες, όμως, η εξέλιξη είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Στους τομείς, ο χώρος των γραφείων ήδη παρουσιάζει κορεσμό. Εξάλλου, οι αγορές ακινήτων φαίνεται πως εξακολουθούν να αποτελούν επενδυτική επιλογή των νοικοκυριών -για λόγους παράδοσης, η οποία όμως συνδέεται με τους κινδύνους που ο Έλληνας είχε συνδυάσει με τη δραχμή.

Σήμερα δραχμή δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το ευρώ. Στη ζώνη του ευρώ η μέση ετήσια άνοδος των τιμών κατοικιών στην περίοδο 1997-2001 ήταν μόλις 3,5%, ενώ στην Ελλάδα έφτασε -επίσημα-το 8,7% στην επαρχία και το 14,6% στην Αθήνα, με άνοδο του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 3,9%.

Μέσα στο πλαίσιο αυτά, είναι σαφές ότι αν η αγορά real estate δεν αντέξει σε περίπτωση κάμψης, τότε οι επιπτώσεις στη ζήτηση και ακόμη περισσότερο στις επενδύσεις θα είναι έντονα αρνητικές. Για το Χ.Α. δεν μιλάμε βέβαια. Ήδη με μείωση των κερδών των εισηγμένων εταιρειών κατά 20% στο α΄ εξάμηνο του 2002, η προοπτική δεν είναι διόλου ευνοϊκή.

* Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο φύλλο του ”Μετόχου” με ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 2002.

Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο