Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Αντιμέτωπη με ιστορική ευθύνη η κυβέρνηση

Στο πρόσφατο ”καμπανάκι” που χτύπησε για την ελληνική Οικονομία η Ευρωπαϊκή Ένωση εστιάζει ο Αντ. Κεφαλάς, τονίζοντας τις κυβερνητικές ευθύνες και εντοπίζοντας στην ταχύρυθμη ανάπτυξη, στη μείωση του ελλείμματος και στην αύξηση της παραγωγικότητας, τους τρόπους αποφυγής του επικείμενου αδιεξόδου.

Αντιμέτωπη με ιστορική ευθύνη η κυβέρνηση
του Αντώνη Κεφαλά*

Η πρώτη παράγραφος των εαρινών εκτιμήσεων και προβλέψεων της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για την ελληνική οικονομία αποτελεί το πλέον σημαντικό καμπανάκι κινδύνου που έχει ακουστεί στην τελευταία τριετία.

Με απλά λόγια, απερίφραστα στην ουσία, οι υπηρεσίες της επιτροπής προειδοποιούν για τα εξής - όλα γνωστά και μη εξαιρετέα:

1. Η ταχύρυθμη και πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε. ανάπτυξη της Ελλάδας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις που γίνονται πρωταρχικά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

2. Η χρηματοδότηση των επενδύσεων αυτών προέρχεται πρωταρχικά από τα κεφάλαια του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ).

3. Επομένως, μετά το 2004 είναι εξαιρετικά απίθανο να υπερβεί ή ακόμη και να παραμείνει στα σημερινά επίπεδα ο ρυθμός ανάπτυξης.

4. Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι πάνω από το μέγιστο ρυθμό που αντέχει η ελληνική οικονομία, χωρίς να δημιουργηθούν πληθωριστικές πιέσεις.

5. Επομένως, και σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των καυσίμων, είναι ενδεχόμενο να εμφανιστούν υπερβολικές πληθωριστικές πιέσεις.

6. Παρά τη γρήγορη ανάπτυξη και τη μείωση των επιτοκίων, το δημόσιο χρέος δεν έχει μειωθεί.

7. Η αύξηση της απασχόλησης δεν είναι ικανοποιητική και το επίπεδο της ανεργίας παραμένει υψηλό.

8. Οι ακαμψίες των αγορών προϊόντων και εργασίας και η βραδεία ανάπτυξη της οικονομίας της γνώσης (που οφείλεται στις χαμηλές επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους και έρευνα) εμποδίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας.

9. Επομένως, η διαδικασία της πραγματικής σύγκλισης δεν μπορεί καν να επιταχυνθεί.

Ο συνδυασμός των προβλημάτων

Η απαισιοδοξία των υπηρεσιών της επιτροπής είναι σαφής και ανεπιφύλακτη. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει πλέον να απαντήσει στα θέματα που τίθενται και να παρουσιάσει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Δύο είναι οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη:

1. Μέχρι σήμερα η κυβέρνηση, και πρωταρχικά το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα, επέλεξαν να προβάλλουν μία εικόνα που μπορεί να συνοψιστεί στην απλή φράση ”όλα πάνε καλά”. Αυτή η θέση υιοθετήθηκε παρά τις ενδείξεις (για να μην πούμε αποδείξεις) για το αντίθετο. Πήγε μάλιστα και ένα βήμα πιο πέρα: στην προσπάθεια να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία εκείνων που είχαν το θάρρος να πουν την αλήθεια. Τώρα που η ίδια η επιτροπή υιοθετεί εκείνες ακριβώς τις θέσεις που είχαν προβληθεί από τους διαφωνούντες, τι θα κάνει το κόμμα; Θα αμφισβητήσει και την αξιοπιστία της Ε.Ε.;

2. Πέρα από το θέμα της ηθικής, κρίσιμο είναι πλέον το ερώτημα για το τι θα κάνει πρακτικά η κυβέρνηση. Μέχρι σήμερα είχε επιλέξει -πέρα από την αμφισβήτηση- την πολιτική της ”ελάχιστης αντίστασης”. Πολύ απλά, δηλαδή, είτε αγνοούσε τα προβλήματα είτε υιοθετούσε λύσεις που δεν ήταν λύσεις, αλλά προϊόντα πολιτικών και κομματικών συμβιβασμών, με τη διάσταση πως είτε επικάλυπταν το πρόβλημα είτε έδιναν μία βραχυχρόνια λύση. Τα παραδείγματα είναι πολλά: από τη λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων και τις ημι-ιδιωτικοποιήσεις, μέχρι τη δήθεν αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τη λειτουργία των σχετικών οργανισμών του.

Το θέμα είναι πως η κυβέρνηση έχει εθνική και ιστορική ευθύνη να μην αγνοήσει άλλο τα προβλήματα και να μιλήσει με θάρρος και ειλικρίνεια για το πώς σκοπεύει να τα αντιμετωπίσει. Η λαγνεία των λέξεων δεν επαρκεί. Οι επαμφοτερίζουσες λύσεις δεν αποδίδουν πλέον.

Η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής έχει θιγεί ανεπανόρθωτα. Και η αδιαφορία για το αύριο δεν θα μπορέσει να ερμηνευτεί παρά μόνο είτε ως η τελευταία πνοή ενός κόμματος που έχει πεισθεί πως έχει χάσει την εξουσία, είτε ως η λειτουργία μιας κυβέρνησης που είναι απόλυτα υποταγμένη στο κόμμα.

Τα προβλήματα που άμεσα και έμμεσα αναφέρει το κείμενο της επιτροπής είναι πολύπλοκα και απόλυτα αλληλοσυνδεόμενα. Μία γενική σύνοψη τους, με κίνδυνο και κάποιας απλοποίησης τους, είναι η ακόλουθη.

* Η πραγματική σύγκλιση απαιτεί ταχύρυθμη ανάπτυξη.

* Η ταχύρυθμη ανάπτυξη απαιτεί κεφάλαια για να χρηματοδοτηθεί και έναν συνδυασμό αύξησης της παραγωγικότητας και μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος για να μην ”σκοντάψει” στο κατώφλι των πληθωριστικών πιέσεων.

* Τα κεφάλαια θα πρέπει να αναζητηθούν εκτός Ελλάδος, διότι η εγχώρια αποταμίευση δεν είναι -και ποτέ δεν ήταν- επαρκής για να καλύψει τέτοια επίπεδα επενδύσεων που απαιτεί η ταχύρυθμη ανάπτυξη.

* Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους, οπότε και άλλα κεφάλαια.

* Η μορφή των επενδύσεων αυτών απαιτεί κεφάλαια που θα είναι ”διατεθειμένα” να τοποθετηθούν σε άμεσες -παραγωγικές- επενδύσεις, και όχι σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου.

* Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος απαιτεί έλεγχο όλων των δαπανών του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και των λεγόμενων ανελαστικών δαπανών. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να υιοθετηθεί μία αυστηρή εισοδηματική πολιτική για το Δημόσιο, που τη σειρά του θα διευκολύνει τη βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω της συγκράτησης του κόστους.

* Η μείωση των δαπανών συνεπάγεται και τη μείωση της επιβάρυνσης για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Επειδή η ικανότητα να δημιουργηθούν πρωτογενή πλεονάσματα είναι περιορισμένη, καθίσταται σημαντικό να μειωθεί το ύψος του δημοσίου χρέους μέσω ιδιωτικοποιήσεων.

Μακροοικονομία και Χρηματιστήριο

Από τις ευρωπαϊκές επισημάνσεις προκύπτουν δύο θέματα που πρέπει να τονιστούν. Πρώτον, το γεγονός πως χρειαζόμαστε άμεσες επενδύσεις σημαίνει πως θα πρέπει να αποθαρρύνουμε τις έμμεσες χαρτοφυλακίου, οι οποίες κατευθύνονται κατ’ εξοχήν στους τίτλους του Δημοσίου.

Είναι αναγκαίο, λοιπόν, οι επενδύσεις αυτές να γίνουν λιγότερο ελκυστικές, δηλαδή να έχουν χαμηλή απόδοση. Κι αυτό θα συμβεί όταν το ελληνικό Δημόσιο δεν θα έχει ανάγκη να χρηματοδοτήσει υψηλά ελλείμματα και να αναχρηματοδοτήσει υψηλά επίπεδα δημοσίου χρέους.

Δεύτερον, με τη λειτουργία του το ελληνικό χρηματιστήριο έχει οδηγήσει σε στρεβλή κατανομή πόρων, η οποία και εμποδίζει τελικά την ανάπτυξη.

Επομένως, η αποδημία του ελληνικού χρηματιστηρίου με την απορρόφησή του από ένα ευρωπαϊκό θα είχε πολλαπλά οφέλη και ειδικά:

1. Όσες εταιρείες ”αξίζουν” θα μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Όσες όχι, να μην αντλήσουν.

2. Οι μικροεπενδυτές θα είχαν δυσκολία πρόσβασης στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές, οπότε και κάθε κίνητρο να αναλάβουν κάποια δημιουργική επενδυτική πρωτοβουλία θα αποτελούσε συνεισφορά στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.

3. Οι ξένοι επενδυτές με στόχο τις εξαγορές και συγχωνεύσεις θα υποχρεώνονταν να στραφούν προς εταιρείες με ”αξία” και να αποφύγουν ”φούσκες”.

Ο δρόμος μπροστά για την Ελλάδα δεν περνά ούτε μέσα από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες, ούτε μέσα από τις ιδεολογικές εμμονές, ούτε μέσα από την αδιάκριτη και άκριτη υποστήριξη κεκτημένων. Περνά μέσα από μία ισορροπημένη προσέγγιση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, πράγμα που συνεπάγεται την επίτευξη ανάπτυξης χωρίς κοινωνική αναλγησία.

Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε ότι εκείνη η περίφημη εφεύρεση του ΠΑΣΟΚ, που έλεγε πως είναι ταυτόχρονα εφικτή και η ανάπτυξη και η κοινωνική φροντίδα, δεν είναι υποχρεωτικά ορθή. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν και εφόσον η οικονομική ανάπτυξη έχει ξεκινήσει. Μέχρι τότε, θα καρκινοβατούμε στις επιφάσεις της επιτυχίας.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο του ”Μετόχου” με ημερομηνία 11 Απριλίου 2003.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο