Οι αποκαλύψεις, τα καρφώματα και η ουσία

Το τι ακριβώς ήρθε χθες στο φως της δημοσιότητας σχετικά με την υπόθεση του φερόμενου παραδικαστικού κυκλώματος ίσως δεν έχει τόση σημασία, όση έχουν οι παθογένειες που επέτρεψαν τη δημιουργία του. Αυτές, δε, θα μας συντροφεύουν για καιρό…

Οι αποκαλύψεις, τα καρφώματα και η ουσία

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Δύο πράγματα είναι σαφή σε ό,τι αφορά σε όσα δυσώδη κατατέθηκαν χθες στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής, η οποία διερευνά την πάλαι ποτέ υπόθεση της Novartis και πλέον του λεγόμενου παραδικαστικού κυκλώματος και των όποιων παραφυάδων του.

Πρώτον, ότι αυτή η υπόθεση οφείλει όντως να φθάσει μέχρι τέλους και κάθε πτυχή της να φωτιστεί, ώστε να αποδοθούν οι προσήκουσες ευθύνες, όπως έχει υποστηρίξει εξάλλου εδώ και καιρό μία «ψυχή» και δεύτερον, ότι αυτή θα όφειλε να μην είναι δουλειά πολιτικών αλλά λειτουργών της Δικαιοσύνης, όσο οξύμωρο κι αν αυτό ηχεί σε μία υπόθεση διερεύνησης ενός παραδικαστικού κυκλώματος.

Για την ακρίβεια, αυτή η υπόθεση αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη παθογένεια των ελληνικών θεσμών, την οποία ουδείς επιχείρησε να θεραπεύσει κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση και αφορά στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Από τη στιγμή που η εκάστοτε κυβέρνηση, η λεγόμενη εκτελεστική εξουσία, διορίζει την εκάστοτε ηγεσία της Δικαιοσύνης, η εκδήλωση φαινομένων αντιστοίχου υφής γιατί δεν θα έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη;

Μπορεί ο διαβόητος νόμος περί ευθύνης υπουργών να αποτελεί πλέον παρελθόν και το επαίσχυντο καθεστώς των αποσβεστικών ημερομηνιών να έχει τροποποιηθεί, όμως η ουσία παραμένει η ίδια και το γεγονός αυτό γίνεται καθημερινά οφθαλμοφανές.

Οσάκις «νέα στοιχεία» τροφοδοτούνται στις εργασίες της επιτροπής και στη συνέχεια στη δημοσιότητα, ως «δια μαγείας» αντίστοιχο «υλικό», κατά προτίμηση ισοβαρές από πλευράς επιπτώσεων και περιεχομένου, διοχετεύεται από την άλλη πλευρά, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση ενός απύθμενου αποθέματος δυσωδίας.

Αποτελεί, όμως, όλο αυτό αιτία απώλειας εμπιστοσύνης προς το ίδιο το σύστημα. Απαξιώνονται έτσι θεσμοί επί των οποίων εδράζεται το ίδιο το πολίτευμα και οι πολίτες χάνουν την όποια εμπιστοσύνη εξακολουθούν να τρέφουν προς αυτό.

Ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα, δε,  παράγουν και οι συνταγματικές προβλέψεις για τον διορισμό της ηγεσίας των τριών ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση (ακόμη και εάν απαιτείται έγκριση της Βουλής). Εάν απαξιωθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, όμως, τότε ποια θα είναι η σταθερά, την οποία θα μπορεί να θεωρεί ως ύστατο καταφύγιο ο κάθε πολίτης;

Πέραν όλων αυτών, την ευκαιρία θεραπείας των οποίων απεμπόλησε το πολιτικό σύστημα της χώρας κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, τίθεται και ένα επιπρόσθετο ζήτημα, κατά τους παρόντες ύποπτους καιρούς.

Εν μέσω αυτής της άκρως πολιτικοποιημένης δικαστικής διαμάχης, οι εκπρόσωποι αυτών των -τουλάχιστον φαινομενικά- αντιμαχόμενων πολιτικών δυνάμεων, ενδέχεται να κληθούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι  και να συναποφασίσουν την εθνική στάση έναντι του εξ ανατολών κινδύνου.  Για αυτό τον λόγο και μόνον θα όφειλε να μην είναι «δικαστής» ο ένας του άλλου αλλά απλώς… «συνάδελφος» ή εντέλει «ομοτράπεζος» εκπρόσωπος της όποιας μερίδας του εκλογικού σώματος τον προτίμησε.

Όμως, φίλτατοι, κατά το σύνηθες, όπως στρώσαμε, θα πορευτούμε.

Με τα κυριότερα εθνικά θέματα ανοικτά και σε κρίσιμο σημείο, οι σημαντικότερες από πλευράς πολιτικής ισχύος δυνάμεις του τόπου κονταροχτυπιούνται δικαστικά και θεμελιώδεις για τη λειτουργία του πολιτεύματος θεσμοί ευτελίζονται στα μάτια των πολιτών.

Δεν είναι και άσχημα για μια χώρα, η οποία εορτάζει το επόμενο έτος την 200ή επέτειο της ανεξαρτησίας της. Αφού της πήρε 200 χρόνια να φθάσει έως εδώ, σε τι άλλο μπορεί άραγε να προσδοκά στο μέλλον;

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v