Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Οι πέντε εκλογικές αναμετρήσεις-φωτιά φέτος στην Ευρώπη

Οι χώρες που αναμένεται να καταγράψουν ραγδαία άνοδο της ακροδεξιάς. Πώς μπορούν να ανατραπούν παγιωμένες πολιτικές που έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην εξωτερική πολιτική. Τα ρίσκα των ευρωεκλογών.

Οι πέντε εκλογικές αναμετρήσεις-φωτιά φέτος στην Ευρώπη

Το 2024 θα πραγματοποιηθούν εθνικές εκλογές σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όμως οι ψηφοφορίες στην Πορτογαλία, στο Βέλγιο, στην Αυστρία, στη Ρουμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι αυτές που πιθανότατα θα έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο, με δυνητικές επιπτώσεις που κυμαίνονται από την άνοδο δεξιών λαϊκιστών μέχρι δραστικές αλλαγές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική.

Από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο θα διενεργηθούν κοινοβουλευτικές ή και προεδρικές εκλογές σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (η Φινλανδία εκκίνησε επισήμως την εκλογική χρονιά της Ευρώπης με προεδρικές εκλογές στα τέλη Ιανουαρίου). Οι εκλογές αυτές έρχονται να προστεθούν στις ευρωεκλογές που θα πραγματοποιηθούν τον Ιούνιο, καθιστώντας το 2024 μια χρονιά σημαντικής εκλογικής δραστηριότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το Stratfor παρουσιάζει εκείνες που θεωρεί πως θα έχουν τις μεγαλύτερες εγχώριες και διεθνείς επιπτώσεις, κατά σειρά διενέργειας.

Πορτογαλία

Οι πρόωρες κοινοβουλευτικές εκλογές της Πορτογαλίας στις 10 Μαρτίου θα διενεργηθούν μετά την παραίτηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού της χώρας τον Νοέμβριο, εν μέσω σκανδάλου διαφθοράς.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα ανέλαβε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του το 2015 και επανεξελέγη το 2019 και το 2022. Κατά τη διάρκεια της 8ετούς θητείας του, επεδίωξε μια  πολιτική δημοσιονομικής υπευθυνότητας, μειώνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας και το επίπεδο του κρατικού χρέους, αυξάνοντας όμως επίσης τη φορολογική επιβάρυνση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Η τελευταία από τις τρεις κυβερνήσεις του αποδείχθηκε ιδιαίτερα ασταθής, καθώς διαδοχικά σκάνδαλα και εσωτερικές διαμάχες οδήγησαν σε πολλαπλές παραιτήσεις από το υπουργικό του συμβούλιο στις αρχές του 2023.

Η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» για τον Κόστα ήρθε τον Νοέμβριο, όταν η αστυνομία πραγματοποίησε μια σειρά ερευνών στην επίσημη κατοικία του και σε άλλα υπουργεία, και συνελήφθη ο επιτελάρχης του στο πλαίσιο υπόθεσης διαφθοράς που αφορούσε σε συμβάσεις για έργα λιθίου και υδρογόνου. Λίγο μετά τα περιστατικά αυτά, ο Κόστα παραιτήθηκε και ανακοίνωσε πως δεν θα διεκδικήσει τέταρτη θητεία.

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, θα είναι μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Κόστα, του οποίου τώρα ηγείται ο πρώην υπουργός Υποδομών Πέδρο Νούνο Σάντος, και της Δημοκρατικής Συμμαχίας, ενός συνασπισμού συντηρητικών κομμάτων του οποίου ηγείται ο Λουίς Μοντενέγκρο. Σημειώνεται πως τρίτο στις δημοσκοπήσεις έρχεται το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα Chega.

Ακόμα και αν η λαϊκιστική δεξιά εισέλθει στην κυβέρνηση της Πορτογαλίας, είναι απίθανο να υπάρξει δραστική αλλαγή της εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής. Λόγω του πολυκομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος της Πορτογαλίας, ένας συνασπισμός αρκετών κομμάτων θα είναι απαραίτητος για να διοριστεί η επόμενη κυβέρνηση της χώρας. Τρία σενάρια είναι πιθανά.

Το πρώτο είναι ένας «μεγάλος συνασπισμός» μεταξύ των κεντροδεξιών και των κεντροαριστερών κομμάτων, που θα απέτρεπε οποιεσδήποτε ριζοσπαστικές αλλαγές πολιτικής (κυρίως, η Λισαβόνα θα συνέχιζε τη διαδικασία μείωσης του χρέους), και θα απέφερε μια κυβέρνηση που θα είναι σταθερή και ευθυγραμμισμένη με την Ευρωπαϊκή Ένωση παρά τις ιδεολογικές διαφορές. Ωστόσο, η Δημοκρατική Συμμαχία μπορεί να αντιταχθεί στο ενδεχόμενο να μοιραστεί την κυβέρνηση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα που ταλανίζεται από διάφορα σκάνδαλα.

Το δεύτερο σενάριο είναι μια κυβέρνηση μειοψηφίας, της οποίας θα ηγείται είτε ένα κεντροδεξιό ή ένα κεντροαριστερό κόμμα με κοινοβουλευτική υποστήριξη από άλλα μετριοπαθή κόμματα, η οποία θα επέφερε μια κάπως λιγότερο σταθερή κυβέρνηση, αλλά με παρόμοιο βαθμό πολιτικής συνέχειας.

Το τρίτο και πιο διασπαστικό σενάριο θα ήταν έναν συνασπισμός μεταξύ της Δημοκρατικής Συμμαχίας και του Chega. Αν και ο Μοντενέγκρο έχει επανειλημμένως πει πως δεν θα σχηματίσει συνασπισμό με το Chega, το κόμμα του και το Chega έχουν παρόμοιες απόψεις σε ζητήματα όπως οι μειώσεις φόρων, καθώς και ένα προηγούμενο συνεργασίας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε περιφερειακό επίπεδο.

Το Chega έχει επικρίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο παρελθόν, κάτι που σημαίνει πως είναι πιθανόν να υπάρξουν ορισμένες εντάσεις μεταξύ της Λισαβόνας και των Βρυξελλών αν έρθει το κόμμα στην εξουσία. Ωστόσο, το κόμμα είναι πιο πιθανό να επικεντρωθεί στη μετανάστευση, τον νόμο και την τάξη, καθώς και στα εσωτερικά κοινωνικά ζητήματα (όπως ο περιορισμός των δικαιωμάτων σεξουαλικών μειονοτήτων), αν εισέλθει στην κυβέρνηση ως μικρότερος εταίρος.

Βέλγιο

Οι ομοσπονδιακές εκλογές στο Βέλγιο θα διενεργηθούν με φόντο την ισχυρή υποστήριξη για εθνικιστικά και αυτονομιστικά κόμματα στην περιοχή της Φλάνδρας.

Το πολιτικό σύστημα του Βελγίου είναι πολύ κατακερματισμένο, καθώς πάνω από δέκα κόμματα εισέρχονται στην ομοσπονδιακή βουλή της χώρας μετά από κάθε εκλογές. Επιπλέον, η ολλανδόφωνη περιοχή της Φλάνδρας, η γαλλόφωνη περιοχή της Βαλλωνίας και η πολύγλωσση πρωτεύουσα, οι Βρυξέλλες, διορίζουν τις δικές τους αυτόνομες κυβερνήσεις.

Ενώ αυτό το σύστημα περιπλέκει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, σημαίνει επίσης πως οι δραστικές αλλαγές πολιτικής είναι σπάνιες, επειδή για να περάσει μια νομοθεσία, χρειάζεται η συναίνεση μεταξύ πολλών κομμάτων στη γλωσσικά διαιρεμένη χώρα. Ωστόσο, οι ομοσπονδιακές και περιφερειακές εκλογές της 9ης Ιουνίου θα μπορούσαν να φέρουν σημαντικές αλλαγές στη Φλάνδρα, όπου τα εθνικιστικά κόμματα εμφανίζουν ισχυρές επιδόσεις στις δημοσκοπήσεις.

Αν και οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν πως το κεντροαριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το συντηρητικό Μεταρρυθμιστικό Κίνημα (και τα δύο είναι μέλη της νυν κυβέρνησης της οποίας ηγείται ο πρωθυπουργός Αλεξάντερ ντε Κρόο) θα έρθουν πρώτα στη Βαλλωνία, δείχνουν παράλληλα πως το δεξιό λαϊκιστικό Vlaams Belang (που θέλει να ανεξαρτητοποιηθεί η Φλάνδρα) και η φλαμανδική εθνικιστική συμμαχία Νέα Φλαμανδική Συμμαχία (που θέλει να αυξηθεί η αυτονομία της περιοχής) θα εξασφαλίσουν τις περισσότερες ψήφους στη Φλάνδρα.

Αν και η Φλάνδρα είναι απίθανο να αποσχιστεί μονομερώς, ωστόσο οι εκλογές θα εγείρουν ερωτήματα αναφορικά με το μέλλον της εδαφικής ακεραιότητας του Βελγίου. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι εκλογές πιθανότατα θα πυροδοτήσουν πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ των μετριοπαθών βαλλωνικών και φλαμανδικών κομμάτων, που τελικά θα αποφέρουν μια ακόμα κεντρώα συμμαχία με παρόμοια πολιτική ατζέντα με την προηγούμενη κυβέρνηση.

Έτσι, ο βασικός κίνδυνος που σχετίζεται με τις εκλογές έγκειται στον σχηματισμό αποσχιστικής κυβέρνησης στη Φλάνδρα. Το Vlaams Belang έχει πει πως αν κερδίσει στις εκλογές, θα προωθήσει τη διακήρυξη κυριαρχίας στο φλαμανδικό κοινοβούλιο, που θα πυροδοτούσε διαπραγματεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για μια συνθήκη διαχωρισμού. Για να κάνει οτιδήποτε από αυτά, όμως, το Vlaams Belang θα πρέπει πρώτα να βρει εταίρο στη Φλάνδρα, επειδή δεν προβλέπεται να κερδίσει ξεκάθαρα στις εκλογές, και η Νέα Φλαμανδική Συμμαχία είναι η μόνη βιώσιμη επιλογή. Ωστόσο, η Νέα Φλαμανδική Συμμαχία είναι εσωτερικά διχασμένη για το ζήτημα αυτό, καθώς πολλά μέλη του κόμματος αντιτίθενται στον σχηματισμό κυβέρνησης με την ακροδεξιά.

Ενώ ένας εθνικιστικός συνασπισμός στη Φλάνδρα θα έφερνε το ζήτημα της φλαμανδικής ανεξαρτησίας στο επίκεντρο της βελγικής πολιτικής και θα ήγειρε ζητήματα αναφορικά με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, ωστόσο ακόμα και σε αυτό το σενάριο η Φλάνδρα είναι απίθανο να κηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της, υπό τον φόβο της πολιτικής απομόνωσης και της αρνητικής οικονομικής επίπτωσης που θα είχε μια τέτοια απόφαση.

Αυστρία

Η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων με τα μετριοπαθή κόμματα πιθανότατα θα ωφελήσει τη λαϊκιστική δεξιά στις ομοσπονδιακές εκλογές της Αυστρίας που θα διενεργηθούν το φθινόπωρο.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ταραγμένα στην Αυστρία. Η χώρα άλλαξε τέσσερις καγκελάριους από το 2020 εν μέσω μιας σειράς πολιτικών σκανδάλων και υποθέσεων διαφθοράς, που απλώς τροφοδότησαν την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια με τα συστημικά πολιτικά κόμματα.

Επιπλέον, η υποστήριξη για τον κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ του συντηρητικού Λαϊκού Αυστριακού Κόμματος (OVP) και τους κεντροαριστερούς Πράσινους έχει κάνει βουτιά τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα διαφόρων αμφιλεγόμενων αποφάσεων (συμπεριλαμβανομένου του υποχρεωτικού εμβολιασμού κατά της Covid-19 που αργότερα εγκατέλειψε η κυβέρνηση λόγω της ευρείας λαϊκής απόρριψης), σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό και τη χαμηλή οικονομική ανάπτυξη της Αυστρίας. Με αυτό το φόντο, οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν πως το δεξιό λαϊκιστικό Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας (FPO) θα έρθει πρώτο στις ομοσπονδιακές εκλογές το φθινόπωρο, με το κεντροαριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPO) και το OVP να ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση.

Μια νίκη το FPO θα είχε ως αποτέλεσμα μια κυβέρνηση που είναι επιφυλακτική ως προς την παροχή βοήθειας για την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας και επιδιώκει πιο «επιθετικές» πολιτικές σε ζητήματα μετανάστευσης και νόμου και τάξης.

Ενώ το FPO ήταν μέλος προηγούμενων αυστριακών κυβερνήσεων, ωστόσο πάντα ήταν ο μικρότερος εταίρος και ποτέ δεν έχει διορίσει καγκελάριο. Έτσι, στις εκλογές του 2024 το κόμμα θα έχει την καλύτερη, μέχρι τώρα, ευκαιρία να είναι ο μεγάλος εταίρος σε έναν συνασπισμό (πιθανόν με το OVP) και να διορίσει καγκελάριο.

Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει συνταγματική κρίση, καθώς ο πρόεδρος Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν (πρώην μέλος των Πρασίνων) έχει πει πως δεν θα διορίσει ακροδεξιό καγκελάριο. Επιπλέον, μια κυβέρνηση της οποίας ηγείται το FPO θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της Αυστρίας, καθώς το κόμμα υποστηρίζει πως η Βιέννη πρέπει να παραμείνει ουδέτερη στον πόλεμο της Ουκρανίας (η Αυστρία επί του παρόντος συμβάλλει οικονομικά στις ευρωπαϊκές προμήθειες όπλων προς την Ουκρανία μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη, κάτι στο οποίο αντιτίθεται το FPO).

Ορισμένα από τα μέλη του FPO έχουν επίσης εκφράσει φιλορωσικές απόψεις. Αυτό σημαίνει πως η Αυστρία θα μπορούσε να συνταχθεί με χώρες, όπως η Ουγγαρία, σε θέματα όπως το μπλοκάρισμα, ή τουλάχιστον την καθυστέρηση, της παροχής επιπλέον ευρωπαϊκής οικονομικής ή στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Μια κυβέρνηση της οποίας θα ηγούνταν το FPO πιθανότατα θα πίεζε επίσης για αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές (τόσο στην Αυστρία όσο και στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση), για συνοριακούς ελέγχους που θα μπορούσαν να διαταράξουν την μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών σε γειτονικές χώρες, και για μέτρα που θα περιορίζουν τα δικαιώματα των μειονοτήτων που ζουν στη χώρα.

Ρουμανία

Οι κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές της Ρουμανίας θα πραγματοποιηθούν σε μια περίοδο ασυνήθιστης πολιτικής σταθερότητας στη χώρα. Από τα τέλη του 2021, η Ρουμανία κυβερνάται από έναν συνασπισμό μεταξύ των δυο μεγαλύτερων κομμάτων της χώρας, του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD) και του κεντροδεξιού Κόμματος Εθνικής Ελευθερίας (PNL).

Αυτό έχει δώσει στη χώρα έναν ασυνήθιστο βαθμό πολιτικής σταθερότητας, καθώς οι ρουμανικές κυβερνήσεις τείνουν να είναι εύθραυστες και επιρρεπείς στην κατάρρευση. Παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας Covid-19, η κατανομή δισεκατομμυρίων ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους στη Ρουμανία, και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έδωσαν κίνητρο στους παραδοσιακούς αντιπάλους PSD και PNL να διατηρήσουν τον συνασπισμό τους.

Ωστόσο, τα κόμματα συχνά διαφωνούν σε ζητήματα όπως η δημοσιονομική πολιτική, και τα χρόνια της συγκυβέρνησης έχουν κάπως εξασθενήσει τις ταυτότητες του PSD και του PNL και ευνοήσει την άνοδο νέων πολιτικών δυνάμεων. Το PNL επηρεάστηκε ιδιαιτέρως από αυτό, καθώς η Ενωμένη Δεξιά Συμμαχία (ένας συνασπισμός κεντροδεξιών κομμάτων) και η δεξιά λαϊκιστική Συμμαχία για την Ένωση των Ρουμάνων (AUR) εμφανίζουν ισχυρές δημοσκοπικές επιδώσεις και πιθανόν θα «κλέψουν» ψήφους από το PNL στις βουλευτικές εκλογές στα τέλη του 2024 (δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για τις εκλογές).

Η Ρουμανία προγραμματίζεται επίσης να διενεργήσει προεδρικές εκλογές το φθινόπωρο, κάτι που είναι πολιτικά σχετικό καθώς οι Ρουμάνοι πρόεδροι εμπλέκονται στην εξωτερική πολιτική και έχουν δικαίωμα να ασκήσουν βέτο σε νόμους. Καθώς ο νυν πρόεδρος Κλάους Γιοχάνις βρίσκεται στο τέλος της δεύτερης θητείας του και δεν μπορεί να είναι και πάλι υποψήφιος, το PSD και το PNL πιθανότατα θα υποστηρίξουν τους δικούς τους υποψήφιους, δημιουργώντας περαιτέρω εντάσεις μεταξύ τους.

Οι οικονομικοί κίνδυνοι θα αυξηθούν εν όψει των εκλογών, ενώ η είσοδος της ακροδεξιάς στην επόμενη κυβέρνηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ενδο-κοινοτικές εντάσεις. Ενώ η Ρουμανία είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρώπης, χρόνια τώρα παλεύει να μειώσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της.

Αυτό έχει βάλει τη χώρα στο μικροσκόπιο τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η Ρουμανία βρίσκεται από το 2019 σε Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος, που αναγκάζει τα κράτη μέλη να μειώνουν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού τους), όσο και των οίκων αξιολόγησης (που συχνά προειδοποιούν για το ενδεχόμενο μη βιωσιμότητας των δημοσιονομικών πολιτικών του Βουκουρεστίου).

Επειδή το 2024 είναι μια γεμάτη εκλογική χρονιά για τη χώρα (εκτός από τις κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές, η Ρουμανία συμμετέχει επίσης στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), το Βουκουρέστι είναι απίθανο να εισαγάγει αντιδημοφιλείς περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων, και μπορεί μάλιστα να αυξήσει τις δημοσιονομικές δαπάνες εν όψει των εκλογών αυτών.

Χωρίς έλεγχο, το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρουμανίας θα μπορούσε να κάνει ακριβότερο για το Βουκουρέστι τον δανεισμό από τις αγορές χρέους, να περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να αντιδράσει στις οικονομικές κάμψεις και να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό.

Μετά τις εκλογές, ο βασικός πολιτικός κίνδυνος σχετίζεται με το ενδεχόμενο το AUR να εισέλθει στην κυβέρνηση. Το κόμμα τηρεί επικριτική στάση τόσο έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και έναντι του ΝΑΤΟ. Ως μικρότερος εταίρος σε μια κυβέρνηση δεν είχε την εξουσία να βγάλει τη χώρα από οποιαδήποτε από τις δυο συμμαχίες, καθώς μια τέτοια απόφαση θα χρειάζονταν επίσης την υποστήριξη του προέδρου. Αλλά, ενώ η είσοδος του AUR στην κυβέρνηση δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη συμμετοχή της Ρουμανίας στην ΕΕ ή στο ΝΑΤΟ, ωστόσο θα μπορούσε να αποδυναμώσει την υποστήριξη του Βουκουρεστίου προς την πολεμική προσπάθεια του Κιέβου (το κόμμα έχει πει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία «δεν είναι πόλεμος της Ρουμανίας»).

Θα πυροδοτούσε επίσης εντάσεις με εθνοτικές μειονότητες στη Ρουμανία, καθώς το AUR προωθεί τη ρουμανική κουλτούρα και ταυτότητα, και είναι επικριτικό προς τις μειονότητες της χώρας (όπως οι ουγγρική μειονότητα και οι Ρομά).

Ηνωμένο Βασίλειο

Το Ηνωμένο Βασίλειο πιθανότατα θα πραγματοποιήσει τις γενικές εκλογές του μέχρι το τέλος του έτους, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν πως οι κεντροαριστεροί Εργατικοί είναι πιθανό να επιστρέψουν στην εξουσία μετά από σχεδόν 15 χρόνια διακυβέρνησης των Συντηρητικών.

Μια σειρά σκανδάλων, αμφιλεγόμενων πολιτικών αποφάσεων και εσωκομματικών διαμαχών εν μέσω της κρίσης του κόστους διαβίωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν ελαττώσει σοβαρά τη δημοφιλία του κυβερνώντος Συντηρητικού κόμματος μετά τη σαρωτική εκλογική του νίκη το 2019, σε σημείο που οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν τώρα πως το κεντροαριστερό Εργατικό Κόμμα έχει τώρα προβάδισμα περίπου 20 μονάδων.

Ενώ η επίσημη προθεσμία για τις επόμενες γενικές εκλογές είναι ο Ιανουάριος του 2025, ο πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ είπε πως η ψηφοφορία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί το β’ εξάμηνο του έτους. Οι τοπικές εκλογές στις 2 Μαΐου θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιλογή ημερομηνίας, αναλόγως των επιδόσεων των Συντηρητικών. Το κόμμα βρίσκεται στην εξουσία από το 2010, κάτι που σημαίνει πως μια νίκη των Εργατικών στις γενικές εκλογές θα μπορούσε να σηματοδοτήσει σημαντικές αλλαγές πολιτικής μετά από σχεδόν μιάμιση δεκαετία.

Μια νίκη των Εργατικών θα είχε ως αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη κρατική παρουσία στην οικονομία, βελτιωμένες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνεχιζόμενη υποστήριξη για την Ουκρανία και για το ΝΑΤΟ.

Εν όψει των εκλογών, ο Σούνακ μπορεί να προωθήσει μέτριες περικοπές φόρων για να ικανοποιήσει την εκλογική βάση του Συντηρητικού κόμματος. Ο εαρινός προϋπολογισμός, που θα ανακοινωθεί τον Μάρτιο, θα προσφέρει ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, είναι απίθανο να υπάρξουν ευρείες περικοπές φόρων, δεδομένου ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι σχετικά υψηλό στο περίπου 5% του ΑΕΠ και το επίπεδο του εθνικού χρέους είναι κοντά στο 100% του ΑΕΠ.

Εν τω μεταξύ, οι εσωκομματικές διαμάχες θα συνεχιστούν, ιδιαίτερα αν οι Συντηρητική εμφανίσουν ισχνές επιδόσεις στις τοπικές εκλογές, προσθέτοντας στην πολιτική αβεβαιότητα.

Ενώ οι Εργατικοί δεν έχουν ακόμα αποκαλύψει πλήρως την εκλογική τους πλατφόρμα, μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία τους πιθανότατα θα αύξανε τους φόρους στους εύπορους και στις μεγάλες εταιρείες και διεύρυνε τους κανονισμούς για τον ιδιωτικό τομέα.

Μια κυβέρνηση των Εργατιών, επίσης, πιθανότατα θα υιοθετούσε μια πιο φιλόδοξη κλιματική πολιτική και θα αύξανε τις δαπάνες για νέες υποδομές πράσινης ενέργειας και τις βιομηχανικές επιδοτήσεις για την παραγωγή πράσινων τεχνολογιών. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα επεδίωκε να αντιστρέψει το Brexit, αν και πιθανότατα θα επεδίωκε τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε τομείς όπως η άμυνα, η εποπτεία του εμπορίου, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και η ρύθμιση των νέων τεχνολογιών.

Η πολιτική συνέχεια σε ό,τι αφορά την Ουκρανία είναι πιθανή, καθώς ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος σερ Κιρ Στάρμερ (που πιθανότατα θα γίνονταν πρωθυπουργός) έχει δεσμευτεί επανειλημμένως να συνεχίσει τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη του Κιέβου. Επιπλέον, ο Στάρμερ έχει περιγράψει τη δέσμευση των Εργατικών προς το ΝΑΤΟ ως «ακλόνητη» αν και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να γίνουν πιο τεταμένες αν κερδίσει μια ακόμα προεδρική θητεία ο Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο.

Τέλος, οι σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου-Κίνας πιθανότατα θα παρέμεναν τεταμένες λόγω ζητημάτων όπως η καταστολή των πολιτικών ελευθεριών στο Χονγκ Κονγκ από το Πεκίνο, η συμπεριφορά έναντι των Ουιγούρων Μουσουλμάνων στην περιφέρεια Σιντζιάνγκ της Κίνας, και οι εντάσεις αναφορικά με την Ταϊβάν. Έτσι, η νέα κυβέρνηση των Εργατικών θα διατηρούσε την πολιτική των προκατόχων της για το de-risking από την Κίνα χωρίς διακοπή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v