Σε μια στροφή που ίσως αποτελεί την πιο απότομη αλλαγή στην τραπεζική πολιτική της ΕΕ από την έναρξη της εποπτείας του κλάδου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2014, οι Βρυξέλλες εξέδωσαν πρόσφατα ένα έγγραφο που καθορίζει τις προτεραιότητες για τους μελλοντικούς τραπεζικούς νόμους. Δύο χαρακτηριστικά είναι πρωτόγνωρα και ευπρόσδεκτα.Το πρώτο είναι ότι η ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της ΕΕ βρίσκεται στο επίκεντρο. Για να προωθηθούν οι ευρωπαϊκοί στόχοι σε ένα κατακερματισμένο και λιγότερο συνεργάσιμο παγκόσμιο σκηνικό -όπως υποστηρίζει το επιχείρημα- οι τράπεζες της ΕΕ πρέπει να είναι σε θέση να ανταγωνιστούν τις παγκόσμιες τράπεζες, κυρίως από τις ΗΠΑ, οι οποίες αυτή τη στιγμή τις ξεπερνούν στους περισσότερους επιχειρηματικούς κλάδους, ιδίως στην επενδυτική τραπεζική.
Αυτό το σήμα στη στρατηγική αποτελεί μια καθυστερημένη ανατροπή μιας παράδοσης δεκαετιών, κατά την οποία η διασφάλιση της σταθερότητας των τραπεζών θεωρούνταν είτε ο μοναδικός στόχος, είτε το κλειδί για όλα τα υπόλοιπα.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι η νέα στρατηγική προσδιορίζει τον κατακερματισμό ως βασική πηγή αδυναμίας. Η ΕΕ στερείται πραγματικών ευρωπαϊκών δανειστών· οι τραπεζικοί πρωταθλητές είναι μεγάλοι στις χώρες τους, αλλά μικροί σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι διασυνοριακές δραστηριότητες αποθαρρύνονται από τους κανονισμούς της ΕΕ και τους εθνικούς πολιτικούς, οι οποίοι βλέπουν τις τοπικές τράπεζες ως πηγές επιρροής και προώθησης εθνικών στόχων. Αν και αυτό είναι ένα πασίγνωστο γεγονός, το να το βλέπει κανείς τυπωμένο σε ένα επίσημο έγγραφο της ΕΕ αποτελεί καινοτομία.
Τούτου λεχθέντος, η ανακοίνωση μιας νέας στρατηγικής δεν εγγυάται ουσιαστική αλλαγή. Η εφαρμογή είναι το κλειδί. Η άμεση πρόκληση για την ΕΕ είναι να σχεδιάσει και να εγκρίνει ένα νομικό πλαίσιο που θα θέτει σε ισχύ τη στρατηγική. Εδώ είναι που οι μεγάλες ελπίδες συχνά ναυαγούν.
Η ανάγκη να εξασφαλιστεί η υποστήριξη από την πλειοψηφία των κρατών μελών συνήθως πυροδοτεί πολιτικά παζάρια. Ως αποτέλεσμα, οι προτάσεις μπορεί να χάσουν την ισχύ τους και να γίνουν αγνώριστες.
Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις είναι αναπόφευκτες, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να είναι σαφής εξαρχής όσον αφορά τις κόκκινες γραμμές και, κυρίως, μία εξ αυτών: οι τράπεζες που έχουν τη φιλοδοξία και τη δύναμη να λειτουργούν πέρα από τα εθνικά σύνορα πρέπει να αντιμετωπίσουν ένα ρυθμιστικό πλαίσιο «τυφλό ως προς τη χώρα», το οποίο θα υπόκειται αποκλειστικά στους νόμους και τις αρχές της ΕΕ, ανεξάρτητα από τους εθνικούς κανόνες.
Οι περιορισμοί που αναγκάζουν σήμερα τους διασυνοριακούς ομίλους να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε κάθε χώρα στην οποία δραστηριοποιούνται, αντί μόνο στην αγορά όπου βρίσκεται η έδρα τους, θα πρέπει να καταργηθούν.
Η Κομισιόν φαίνεται να κλίνει προς την παραχώρηση αυτής της εξουσίας στην ΕΚΤ, δίνοντάς της τη δυνατότητα να χορηγεί ρυθμιστικές εξαιρέσεις. Αυτό θα ήταν λάθος. Η εποπτεία της ΕΚΤ αποφασίζει με απλή πλειοψηφία σε ένα συμβούλιο που αποτελείται από 21 εθνικούς και έξι ευρωπαίους διορισμένους. Είναι εύκολο να σχηματιστούν συνασπισμοί προς υποστήριξη εθνικών αιτημάτων, με ρητή ή σιωπηρή ανταλλαγή χαρών.
Η έννοια του «τυφλού ως προς τη χώρα» πλαισίου, αν και έχει καθιερωθεί θεωρητικά, θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη. Για να γίνει εφικτό το άμεσα εφαρμοστέο δίκαιο της ΕΕ πρέπει να ορίζει απερίφραστα ότι οι τράπεζες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά -τουλάχιστον οι μεγάλες- πρέπει να ρυθμίζονται μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Μια άλλη παγίδα σε μια κατά τα άλλα αξιέπαινη στρατηγική είναι ο περιορισμός της έννοιας της τραπεζικής ενοποίησης μόνο στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όσο κατακερματισμένος ή ενοποιημένος και να είναι, ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ βρίσκεται μόλις 20 μίλια μακριά διά θαλάσσης από ένα από τα κύρια τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου.
Είναι εντυπωσιακό ότι η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν αναφέρει ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως, η προώθηση της τραπεζικής ενοποίησης της ΕΕ αφήνοντας το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός κάδρου δεν έχει νόημα. Η ΕΕ κυριαρχεί στη δημιουργία αποταμιεύσεων, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο κυριαρχεί στη διαχείρισή τους· μια φυσική συμπληρωματικότητα την οποία η εμπειρία μετά το Brexit, αντί να αποδυναμώσει, φαίνεται να έχει ενισχύσει.
Από το 2016 έως το τέλος του 2024, το εμπόριο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσω της Μάγχης έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% και προς τις δύο κατευθύνσεις. Τα συμφέροντα της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου για την προώθηση της αμοιβαίας χρηματοπιστωτικής ενοποίησης προφανώς συγκλίνουν.
Ενώ η μεταρρύθμιση της δικής της νομοθεσίας αποτελεί προτεραιότητα για την ΕΕ, μια παράλληλη διαδικασία πρέπει να φέρει τους δύο χρηματοπιστωτικούς τομείς πιο κοντά τον έναν στον άλλον, διευκολύνοντας τις ανταλλαγές μέσω της εξάλειψης των ρυθμιστικών φραγμών.
Η αποκατάσταση της εποπτικής ισοδυναμίας μεταξύ των αντίστοιχων ρυθμιστικών αρχών, καλύπτοντας το κενό που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, είναι ένα πρώτο βήμα. Θα πρέπει να διευκολυνθούν οι ανταλλαγές εξειδικευμένου προσωπικού και η κινητικότητα των κεφαλαίων. Με την πάροδο του χρόνου, στόχος πρέπει να είναι μια ολοκληρωμένη συμφωνία που θα καλύπτει όλες τις πτυχές του εμπορίου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Υπό την πραγματιστική καθοδήγηση της επιτρόπου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών Μαρία Λουίς Αλμπουκέρκε, η ΕΕ έκανε ένα σημαντικό βήμα αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα και τις προκλήσεις του τραπεζικού της τομέα. Το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί ούτε είναι απαλλαγμένο από εμπόδια. Όμως, με τον στόχο πλέον σαφέστερο, οι πιθανότητες προόδου είναι ευνοϊκές.
Η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί.
* Ο συγγραφέας του άρθρου είναι πρώην μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Bocconi και στο SAFE.
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation