Το κόμμα ενός αμερικανού προέδρου συνήθως χάνει έδαφος στις μεσοπρόθεσμες εκλογές, αλλά η φετινή χρονιά είναι ασυνήθιστη. Η οικονομική ανάπτυξη επιταχύνθηκε έντονα φτάνοντας σχεδόν στο 4% το γ’ τρίμηνο, ωστόσο τα ποσοστά αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ κάνουν «βουτιά», ιδιαίτερα σε ζητήματα οικονομίας.
Το κόμμα του αιμορραγεί. Αν χάσει και τα δύο σώματα του Κογκρέσου τον επόμενο μήνα, κάτι που οι αγορές στοιχηματισμού θεωρούν σοβαρή πιθανότητα, θα είναι η πρώτη φορά από την δεκαετία του 1950 που θα σημειωθεί μια τέτοια ήττα σε τόσο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες.
Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Για πολλούς Αμερικανούς, αυτό μοιάζει με το λάθος «μπουμ» -μια οικονομική άνθιση που μαστίζεται από το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και το γεγονός πως η ανάπτυξη καθοδηγείται κυρίως από τους πλουσιότερους καταναλωτές και από τις βαριές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία το εκλογικό σώμα έχει αρχίσει να μισεί και να φοβάται πιο έντονα από οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογική εξέλιξη.
Η αγανάκτηση για την αμερικανική οικονομία προϋπήρχε και της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι περισσότεροι Αμερικάνοι είναι ολοένα και πιο δυσαρεστημένοι με την κατάσταση του έθνους εδώ και δεκαετίες, αλλά το μερίδιο που λέει πως η χώρα οδεύει προς τη σωστή κατεύθυνση κατέρρευσε τον τελευταίο χρόνο από το περίπου 40% στο 20%.
Η μεγάλη πηγή της δυσαρέσκειας είναι η οικονομική προσιτότητα. Το μερίδιο των ψηφοφόρων που επικαλούνται το κόστος διαβίωσης ως σημαντικότερο ζήτημα έχει εξαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια αγγίζοντας επίπεδο ρεκόρ, που ξεπερνά το 25%.
Και είναι ξεκάθαρο ποιες τιμές προκαλούν τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια: της στέγασης και της ενέργειας, με τον πόλεμο του Ιράν να περιορίζει τον εφοδιασμό πετρελαίου και την τεχνητή νοημοσύνη να αυξάνει τη ζήτηση για ηλεκτρισμό.
Τον τελευταίο χρόνο, οι τιμές των καυσίμων έχουν αυξηθεί περισσότερο από 40%, και οι τιμές καταναλωτή γενικά αυξάνονται περισσότερο από 3%. Με τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων να ξεπερνούν τώρα το 7%, η στέγαση στις ΗΠΑ είναι λιγότερο προσιτή απ’ ό,τι ήταν οποιαδήποτε άλλη στιγμή τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Υπάρχει μια ευρεία αντίληψη πως τα ενεργοβόρα data centers αυξάνουν τους λογαριασμούς των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Εννιά στους δέκα Αμερικανούς δεν θέλουν data centers στην πόλη τους, και τα περισσότερα από αυτά τα projects αντιμετωπίζουν τοπικές αντιδράσεις.
Είναι δύσκολο, ωστόσο, οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικάνων για το Κογκρέσο να αντιμετωπίσουν αυτές τις ανησυχίες όταν ο πρόεδρός τους λέει πως η επιβράδυνση της κατασκευής data centers θα κάνει τις ΗΠΑ «οπισθοδρομικές και φτωχές».
Δεν αποτελεί έκπληξη που η τεχνητή νοημοσύνη είναι το πρώτο ευρέως μισητό προϊόν της ψηφιακής εποχής. Σε προηγούμενες δεκαετίες, η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικάνων έβλεπε τους υπολογιστές και το διαδίκτυο ως σημαντικά οφέλη για την κοινωνία. Τώρα οι περισσότεροι λένε πως «περισσότερο ανησυχούν παρά είναι ενθουσιασμένοι» με την τεχνητή νοημοσύνη.
Η ανησυχία αυξάνεται πιο έντονα στους 20άρηδες, που ανησυχούν όλο και περισσότερο για ένα μέλλον χωρίς εργασία. Ζητώντας από τους ψηφοφόρους να αποδεχθούν τις υψηλότερες τιμές ως το κόστος του πολέμου του στο Ιράν, και την τεχνητή νοημοσύνη ως το κόστος για να παραμείνουν μπροστά από την Κίνα, ο Τραμπ πολεμά ενάντια στις εθνικές διαθέσεις.
Το σταθερό μήνυμα από τον Λευκό Οίκο και πολλούς Ρεπουμπλικάνους του Κογκρέσου είναι: μάθετε να αγαπάτε την ΤΝ, τη χρειαζόμαστε για να ανταγωνιστούμε την Κίνα. Είναι μια περίεργη διάλεξη που προέρχεται από ένα κόμμα που κέρδισε τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο βάλλοντας κατά των παγκόσμιων ελίτ.
Η ευρεία ανάπτυξη του ΑΕΠ μπορεί να μην αποτυπώνει αυτό που νιώθει στην πράξη ο κόσμος. Η λαϊκή δυσαρέσκεια αντανακλά πιο αποσπασματικές λεπτομέρειες, όπως το γεγονός πως η ανάπτυξη των μισθών, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό, έχει γίνει αρνητική τα τελευταία τρίμηνα. Μια βασική εξαίρεση είναι οι εργαζόμενοι με δεξιότητες τεχνητής νοημοσύνης, που λαμβάνουν μισθούς έως και 120% υψηλότερους από τους ομοίους τους.
Άρα η αίσθηση ότι η Αμερική είναι μια χώρα «εχόντων και μη εχόντων» αποκτά μια διαφορετική τροπή λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επενδύσεις αυξάνονται με ρυθμό περίπου 25% ετησίως σε κλάδους που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά με λιγότερο από 1% σε άλλους κλάδους. Οι κατασκευές συρρικνώνονται κατά μέσο όρο, αλλά αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό για τα projects των data centers.
Αυτό το κύμα χρήματος παρασύρει και άλλες δραστηριότητες μόνο αν βρουν κάποια προσέγγιση που να σχετίζεται με την ΤΝ –σκεφτείτε την ιαπωνική εταιρεία κατασκευής τουαλετών που είδε τις μετοχές της να κάνουν άλμα μόλις άρχισε να κατασκευάζει κεραμικά για τσιπ υπολογιστών. Τώρα, τις ημέρες που το χρηματιστήριο ανεβαίνει, σχεδόν οι μισές μετοχές κινούνται πτωτικά –ένα πρωτοφανές φαινόμενο.
Οι περισσότεροι ψηφοφόροι έχουν λόγους να νιώθουν ότι βρίσκονται εκτός του ευλογημένου κύκλου της ΤΝ. Οι πλουσιότεροι κατέχουν τις περισσότερες μετοχές και τα φετινά κέρδη που οφείλονται κυρίως στην ΤΝ, δημιουργώντας ένα αντίστροφο Φαινόμενο του Ρομπέν των Δασών. Το 0,1% κερδίζει περισσότερα απ' ό,τι το 1%, το οποίο κερδίζει περισσότερα απ’ ότι το 10%, και ούτω καθεξής στην εισοδηματική κλίμακα. Ομοίως, τα ποσοστά καθυστέρησης πληρωμής στεγαστικών δανείων αυξάνονται κλιμακωτά, με ταχύτερο ρυθμό στις λιγότερο εύπορες γειτονιές.
Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, μια ακμάζουσα οικονομία τείνει να περιορίζει τις απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές για το κόμμα του προέδρου. Ιστορικά, όταν η ανάπτυξη επιταχυνόταν προς το 4% πριν τις εκλογές, ο εκάστοτε πρόεδρος σπανίως έχανε τον έλεγχο κάποιου από τα δύο σώματα του Κογκρέσου και μόνο μια φορά έχασε τον έλεγχο και των δύο, το 1954.
Αν οι Ρεπουμπλικάνοι παραμεριστούν φέτος, ο Τραμπ –που αναμόρφωσε το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ως όχημα της οργής κατά του πολιτικού κατεστημένου- θα έχει μετατρέψει το ίδιο του το κόμμα σε στόχο.
* Ο συγγραφέας του άρθρου είναι πρόεδρος του Rockefeller International. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο «What Went Wrong with Capitalism».
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation