* Ο αρθρογράφος είναι chief executive και co-chief investment officer της Pimco.
Οι πολλές και βαριές στατιστικές ανακοινώσεις αυτής της εβδομάδας στις ΗΠΑ θα έχουν μεγάλη -αν και ακαθόριστη- επίδραση στο «πότε» και το «πώς» η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα μειώσει το πρόγραμμα «quantitative easing», δηλαδή την έκτακτη στήριξη των αγορών και της οικονομίας με ρευστότητα. Αν και οι περισσότερες αναλύσεις επικεντρώνονται στη χρονική στιγμή, στην κλίμακα και στο μέγεθος της προσαρμογής, το «γιατί» είναι εξίσου σημαντικό, ειδικά γιατί θα ρίξει στο φως στο τι πιθανόν θα ακολουθήσει.
Το σκεπτικό, αν και είναι γνωστό πλέον, αξίζει να μελετηθεί γιατί έχει μεγάλη σχέση με τις προοπτικές.
Νιώθοντας την υποχρέωση να κάνει ό,τι χρειάζεται για να αποτρέψει τη διολίσθηση των ΗΠΑ σε νέα ύφεση και απογοητευμένη από τις... ντροπαλές αντιδράσεις άλλων ρυθμιστών, η Fed στράφηκε το 2010, από την προσπάθεια ομαλοποίησης των δυσλειτουργικών αγορών στην απευθείας στόχευση καλών οικονομικών αποτελεσμάτων. Η κεντρική τράπεζα περιοριζόταν στην εφαρμογή των στόχων από τα επιτόκια που ήταν ήδη σε αρνητικό ρεκόρ και από τη φτωχή αντίδραση της αμερικανικής οικονομίας. Ο διχασμός στο Κογκρέσο δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την πρόκληση, ανοίγοντας κι άλλες πληγές στην οικονομία, όπως για παράδειγμα με τη διαμάχη για το όριο του χρέους το 2011.
Με αυτά τα δεδομένα, η Fed ένιωσε ότι δεν είχε άλλα περιθώρια παρά να επεκτείνει και να διευρύνει τον πειραματισμό των δύο αδοκίμαστων εργαλείων της, που έχουν στόχο την αλλαγή συμπεριφοράς στον ιδιωτικό τομέα: την εισαγωγή της «μελλοντικής οδηγίας» (forward guidance) και τις αγορές κρατικών και στεγαστικών ομολόγων σε μεγάλη κλίμακα.
Με την εισαγωγή των καινοτομιών, οι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ανοιχτά ότι η παρατεταμένη εξάρτηση από τέτοια αντισυμβατικά μέτρα κινδυνεύει να ανατρέψει την ισορροπία με μεγαλύτερη βαρύτητα όχι στα «πλεονεκτήματα» αλλά στο «κόστος και στους κινδύνους».
Σήμερα, η Fed βρίσκεται λίγο σε θολωμένα νερά. Από τη μια πλευρά, η πειραματική προσέγγισή της πρόσφερε αρκετό χρόνο για να γιατρευτεί ενδογενώς η οικονομία. Από την άλλη πλευρά, η οικονομία δεν έχει ακόμη αποκτήσει αρκετή ορμή ώστε να ξεκόψει από την ύφεση, παρά τα μεγάλα μέτρα στήριξης, και η Fed δικαίως ανησυχεί για πιθανές παράπλευρες ζημίες.
Αν και πέτυχε να τονώσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να προσφέρει ώθηση στη στεγαστική ανάκαμψη, η αντισυμβατική πολιτική της δεν έχει καταφέρει να προκαλέσει αρκετά δυναμική αντίδραση στην πραγματική οικονομία. Εξαιτίας του επίμονα ανισόρροπου μίγματος οικονομικής πολιτικής στις ΗΠΑ, η συνεπαγόμενη αποσύνδεση των τεχνητά στηριζόμενων τιμών στα ενεργητικά και των επίμονων υποτονικών στατιστικών δεδομένων δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει για μεγάλο διάστημα χωρίς να προκαλέσει εσφαλμένες κατευθύνσεις τοποθετήσεων, υπερβολική ανάληψη ρίσκου και αρνητικές διεθνείς επιπτώσεις.
Όσο για τους υπόλοιπους ρυθμιστές, δεν προτίθενται να κάνουν τη ζωή ευκολότερη για τη Fed σύντομα. Τους συγκρατεί η μεγάλη διχογνωμία στο Κογκρέσο. Επιπλέον, μόλις επιστρέψουν οι νομοθέτες από το θερινό διάλειμμα στις 9 Σεπτεμβρίου, θα αναλωθούν στο πώς θα αντιμετωπίσουν οι ΗΠΑ την τραγωδία στη Συρία. Και θα πρέπει να βρουν και τρόπο να αποφύγουν το «λουκέτο» στις κυβερνητικές υπηρεσίες λόγω χρεών και το τεχνικό χρεοστάσιο.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί η Fed πιέζεται τρομερά να βρει τη σωστή ισορροπία στη χρήση των αντισυμβατικών εργαλείων της. Εξηγούν επίσης γιατί ό,τι και να κάνει θα επικριθεί όσο καμία άλλη κεντρική τράπεζα.
Αυτό μας επαναφέρει στα στατιστικά αυτής της εβδομάδας που περιλαμβάνουν κρίσιμα μεγέθη για την οικονομία και την απασχόληση. Δυστυχώς, τα μεγέθη αυτά πιθανότατα δεν θα δείξουν τίποτα παραπάνω από μια οικονομία που κινείται με μόλις «δευτέρα ταχύτητα», που αναπτύσσεται δηλαδή πολύ αργά για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις συνδυασμένες πιέσεις από την ανεπαρκή ζήτηση, την υποτονική προσφορά και όση υπερβολική μόχλευση απομένει.
Είναι όμως πιθανόν αυτά τα στοιχεία να αποδειχθούν επαρκή για να πείσουν τη Fed να προχωρήσει στη συνεδρίαση στις 17-18 Σεπτεμβρίου σε τρία μέτρα: Πρώτον, στο να μειώσει τις μηνιαίες αγορές ομολόγων που σήμερα είναι 85 δισ. δολ. Δεύτερον, να επικεντρωθεί στη μείωση του μακροπρόθεσμου επιτοκίου για να μετριαστούν οι αντίξοες επιπτώσεις στην αγορά ακινήτων. Και τρίτον, να τονίσει ότι εξακολουθεί να είναι καθ' όλα έτοιμη να ανατρέψει την πορεία και να αυξήσει και πάλι τις αγορές ομολόγων, αν αποδυναμωθεί πολύ η οικονομία. Η κεντρική τράπεζα ίσως επίσης προσπαθήσει να κάνει το forward guidance να εξελιχθεί για να ισορροπήσει ορισμένες αντίξοες επιπτώσεις από τη μείωση των αγορών ομολόγων.
Οι προσαρμογές στρατηγικής που θα κάνει αυτόν τον μήνα η Fed δεν πρέπει να εκληφθούν ως ένδειξη ότι έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην οικονομική ανάκαμψη. Αντί αυτού, πιθανότατα θα είναι μια αναπόφευκτα ημιτελής αντίδραση στο δίδυμο πρόβλημα της υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης και της αυξανόμενης απειλής για παράπλευρες απώλειες εξαιτίας της στρατηγικής της.
© The Financial Times Limited 2013. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation