Οθωμανική προειδοποίηση για τις υπερχρεωμένες ΗΠΑ

Εάν κάποιος γυρίσει 130 χρόνια πίσω, θα ανακαλύψει πολλά κοινά σημεία των ΗΠΑ και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία τότε βρισκόταν προ της κατάρρευσης. Καλό θα ήταν να εξετάσουμε τις ιστορικές ομοιότητες, σημειώνει ο κ. Niall Fergusson, καθηγητής στο Harvard.

του Niall Ferguson*

Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα χαρακτηρίσουν την τρέχουσα 10ετία σημείο-σταθμό, ανάλογο με αυτό της δεκαετίας του ’70. Όχι της δεκαετίας του 1970. Όχι, δεν πρόκειται για μία ακόμη ”σύγκριση” που δείχνει την ύπαρξη ενός όχι και τόσο δημοφιλούς ρεπουμπλικανού Προέδρου, της εκτίναξης των τιμών πετρελαίου, της υποχώρησης του δολαρίου και ενός ατέλειωτου μακρινού πολέμου.

Αναφέρομαι στη δεκαετία του 1870. Εκ πρώτης απόψεως, τα κοινά σημεία του σήμερα και του τι συνέβαινε πριν από 130 χρόνια δεν είναι ορατά.

Στη δεκαετία του 1870, αρκετοί συντηρητικοί ηγέτες, όπως ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Benjamin Disraeli, ήταν εξαιρετικά ισχυροί και δημοφιλείς. Ήταν μία εποχή όπου οι τιμές των εμπορευμάτων υποχωρούσαν, μετά το κραχ του 1873 και το ”άνοιγμα” των αγροτικών εκτάσεων των ΗΠΑ στους καλλιεργητές. Ήταν μία εποχή σταθερών νομισμάτων, καθώς η μία χώρα μετά την άλλη ακολουθούσε το παράδειγμα της Βρετανίας και συνέδεε το νόμισμά της με τον χρυσό.

Όμως, εάν παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά τα τεκταινόμενα, διαπιστώνουμε ότι σήμερα ζούμε σε μία περίοδο ανακατάταξης δυνάμεων, όπως ακριβώς συνέβαινε και τότε.

Πρόκειται για την ιστορία του πώς μια μεγάλη αυτοκρατορία, η οποία αναζητώντας να βρεί τρόπους να καλύψει την κρίση του εξωτερικού χρέους της προχώρησε σε πωλήσεις εισοδηματικών εισροών απο εθνικά περιουσιακά στοιχεία σε ξένους επενδυτές.

Η αυτοκρατορία, η οποία είχε τη δεκαετία του 1870 τα οικονομικά πισωγυρίσματά της, ήταν η οθωμανική αυτοκρατορία. Σήμερα είναι οι ΗΠΑ.

Μετά τον πόλεμο στην Κριμαία, τόσο ο σουλτάνος στην Κωνσταντινούπολη όσο και ο Αιγύπτιος ”συνάδελφός” του, ο χεδίβης, είχαν συγκεντρώσει τεράστια δημοσιονομικά και εξωτερικά χρέη. Μεταξύ 1855 και 1875, το χρέος των Οθωμανών είχε ενισχυθεί με ”συντελεστή” 28. Σε ποσοστιαία απεικόνιση, οι πληρωμές τόκων και αποσβέσεων είχαν αυξηθεί από το 15% το 1860 στο 50% το 1875.

Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπιζε και η Αίγυπτος: μεταξύ των ετών 1862 και 1876 το συνολικό δημόσιο χρέος είχε φτάσει από 3,3 εκατ. λίρες Αιγύπτου σε 76 εκατ. λίρες Αιγύπτου. Στον προϋπολογισμό του 1876 κάτι παραπάνω απο το 50% των δαπανών αφορούσε στην κάλυψη χρεών.

Τα δάνεια είχαν ληφθεί τόσο για στρατιωτικούς όσο και για οικονομικούς σκοπούς: για τη στήριξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τον πόλεμο της Κριμαίας, και για τη χρηματοδότηση της κατασκευής καναλιών και σιδηροδρομικών δικτύων, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ η οποία ”άνοιξε τις πύλες της” το 1869.

Όμως, ένα επικίνδυνα σημαντικό μέρος των δαπανών είχε ”χαθεί” σε ύποπτες διόδους κατανάλωσης, όπως για παράδειγμα ήταν η κατασκευή του παλατιού Dolmabahce, του σουλτάνου Abdul Mejid στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην καθ’ όλα εντυπωσιακή παγκόσμια πρεμιέρα της ”Aida” στην Όπερα του Καΐρου το 1871.

Καθώς η κρίση πίεζε ευρωπαϊκές και αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές το 1873, η ανάλογη πορεία και στη Μέση Ανατολή ήταν αναπόφευκτη. Τον Οκτώβριο του 1875 η οθωμανική κυβέρνηση κήρυξε πτώχευση.

Η πτώχευση είχε δύο επιπτώσεις: την πώληση από τον χεδίβη της Αιγύπτου του μεριδίου που κατείχε στη Διώρυγα του Σουέζ στη βρετανική κυβέρνηση (έναντι 4 εκατ. στερλινών, τα οποία δόθηκαν στον Disraeli από την οικογένεια Rothschilds) και την υποθήκευση συγκεκριμένων φορολογικών εσόδων της οθωμανικής αυτοκρατορίας για την αποπληρωμή των χρεών, υπό την αιγίδα της Administration of the Ottoman Public Debt, στην οποία αντιπροσώπευση είχαν και οι Ευρωπαίοι κάτοχοι ομολόγων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η πιστωτική κρίση προκάλεσε τη μεταβίβαση εισοδηματικών ροών της Μέσης Ανατολής στους Ευρωπαίους.

Σαφώς, η πιστωτική κρίση στις ΗΠΑ έχει πάρει διαφορετική τροπή. Οι διεθνείς υποχρεώσεις έχουν αναρριχηθεί εξαιτίας ενός συνδυασμού δημόσιας αλλά και ιδιωτικής αποταμιευτικής απραξίας. Δεν είναι ο δημόσιος τομέας που δεν εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, αλλά οι δανειστές των επισφαλών ενυπόθηκων δανείων.

Όμως, όπως ακριβώς και στη δεκαετία του 1870, στην ”αιχμή” της κρίσης βρίσκεται η πώληση περιουσιακών στοιχείων και εισοδηματικών ροών σε ξένους επενδυτές. Βέβαια, αυτή τη φορά οι πιστωτές αγοράζουν τραπεζικές μετοχές και όχι μετοχές σε διώρυγες. Αποτέλεσμα όμως είναι η ισχύς να μεταφέρεται από τη Δύση στην Ανατολή.

Από τον Σεπτέμβριο, τα κρατικά επενδυτικά οχήματα (Sovereign Wealth Funds – SWFs) Ασίας και Μέσης Ανατολής έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε τέσσερις κορυφαίες αμερικανικές τράπεζες: Bear Stearns, Citigroup, Morgan Stanley και Merrill Lynch.

Οι περισσότεροι σχολιαστές έχουν καλωσορίσει αυτά τα διεθνή ”σωσίβια”: καλύτερα να φέρνεις ξένα κεφάλαια παρά να συρρικνώνεις τους ισολογισμούς, μειώνοντας τον δανεισμό.

Όμως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτές οι ”ενέσεις κεφαλαίων” αντιπροσωπεύουν τη μεταφορά των εσόδων από τον αμερικανικό χρηματοοικονομικό χώρο στα ταμεία των ξένων κυβερνήσεων.

Αυτό συμβαίνει σε μία περίοδο όπου το χάσμα εισοδημάτων μεταξύ Δύσης και Ανατολής βαίνει συρρικνούμενο σε πρωτοφανείς ρυθμούς.

Με άλλα λόγια, όπως ακριβώς συνέβαινε τη δεκαετία του 1870, η ισορροπία της οικονομικής εξουσίας αλλάζει. Τότε, η ”μεταφορά” πραγματοποιούνταν από τις παλιές ανατολίτικες αυτοκρατορίες (όχι μόνο από την οθωμανική, αλλά και από την περσική και την κινεζική) προς τη δυτική Ευρώπη. Σήμερα πραγματοποιείται από τις ΗΠΑ –και από άλλα δυτικά χρηματοοικονομικά κέντρα– προς τις μοναρχίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ασίας.

Στην εποχή του Disraeli, η πιστωτική κρίση είχε όχι μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές συνέπειες, προμηνύοντας μείωση όχι μόνο στα εισοδήματα αλλά και στην εθνική κυριαρχία.

Στην περίπτωση της Αιγύπτου, αυτό που ξεκίνησε ως πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, μετατράπηκε στη δημιουργία μίας ειδικής επιτροπής από ξένους, οι οποίοι κλήθηκαν να διαχειριστούν το χρέος, ακολουθήθηκε από την τοποθέτηση ”διεθνούς” κυβέρνησης και τελικά, το 1882, κατέληξε στη στρατιωτική επέμβαση των Βρετανών και στη μετατροπή της χώρας σε μία de facto αποικία.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, η πιστωτική κρίση οδήγησε στην παραίτηση του σουλτάνου και σε ρωσική στρατιωτική επέμβαση, γεγονός το οποίο τίναξε στον αέρα την κυριαρχία των Οθωμανών στα Βαλκάνια.

Απομένει να δούμε πόσο σύντομα η σημερινή ”μεταφορά” οικονομικών δυνάμεων θα ακολουθηθεί από ανάλογη αλλαγή σε γεωπολιτικό επίπεδο, προς όφελος των νέων εξαγωγικών και ενεργειακών δυνάμεων της Ανατολής.

Φυσικά, θα πρέπει να πούμε ότι η ιστορική παρατήρηση δεν συνάδει και πολύ καλά προς το ημιαυτοκρατορικό δίκτυο βάσεων και συμμάχων που διαθέτουν οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και στην Ασία.

Οι χρεωμένες αυτοκρατορίες, σύντομα ή αργότερα, θα πρέπει να πράξουν περισσότερα και όχι μόνο να πωλούν μετοχές προκειμένου να ικανοποιούν τους δανειστές τους.

*Ο Niall Ferguson είναι καθηγητής στο Harvard University και Harvard Business School και senior fellow του Hoover Institution, στο Στάνφορδ της Καλιφόρνιας.

© The Financial Times Limited 2008. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο