Πώς θα σωθεί η οικονομία της αγοράς στην Ε.E.

Η υφήλιος έχει ανάγκη από μία ενοποιημένη οικονομία της αγοράς, όπου το αγγλοσαξονικό και το κεντροευρωπαϊκό μοντέλο μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα εξέλθουμε δυνατότεροι από την κρίση.

  • Mario Monti (*)
Πώς θα σωθεί η οικονομία της αγοράς στην Ε.E.
Αν η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, η οικονομία της αγοράς αντιμετωπίζει ακόμα μεγαλύτερη κρίση. Θεωρείται άδικη, πιστεύεται ότι έχει προκαλέσει απαράδεκτες ανισότητες, ότι είναι αναποτελεσματική και πως έχει προσελκύσει τεράστιους πόρους σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες αμφιβόλου συνεισφοράς στην οικονομία. Εντούτοις, ο κόσμος χρειάζεται μια ενοποιημένη οικονομία της αγοράς, καθώς αυτή είναι μια απαραίτητη (αν και ανεπαρκής) προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την πρόνοια.

Το G20 επικεντρώθηκε στα σχέδια ανάκαμψης και στους χρηματοοικονομικούς κανονισμούς. Αυτό όμως αποτελεί μονάχα το πρώτο βήμα προς την αποκατάσταση της αξιοπιστίας στην οικονομία της αγοράς και της τιθάσευσης του οικονομικού εθνικισμού, του... σπόρου της αποσύνθεσης.

Η μεγάλη δοκιμασία για τις οικονομίες της αγοράς, ή ακόμα και για τις δημοκρατίες, θα είναι το αν θα καταφέρουν να περιορίσουν τις αυξανόμενες ανισότητες (και εντός των χωρών) οι οποίες προκαλούνται από την ακυβέρνητη παγκοσμιοποίηση και εντείνονται από την κρίση. Αυτό απαιτεί δύο εξελίξεις: να πάρουμε το καλύτερο από τα ανταγωνιστικά οικονομικά μοντέλα και να ενισχύσουμε τη συγκέντρωση της αγοράς, περιορίζοντας τον φορολογικό ανταγωνισμό. Ενώ το πρώτο έχει ήδη ξεκινήσει, το δεύτερο δεν είναι καν στην ατζέντα.

Η κρίση οδηγεί χώρες που ενστερνίζονται το αγγλοσαξονικό μοντέλο (όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιρλανδία) να αναθεωρήσουν ορισμένα από τα στοιχεία του. Ενδεχομένως να βασίστηκαν σε μεγαλύτερο απ’ όσο έπρεπε βαθμό στους μηχανισμούς της αγοράς και λιγότερο στους κανονισμούς, να υπερέκτειναν τον χρηματοοικονομικό τους, κλάδο αμελώντας όμως τη βιομηχανία, και να αδιαφόρησαν για τις ανισότητες και για τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.

Πλέον, κοιτούν με μεγαλύτερο σεβασμό (όπως και η Κίνα) χώρες της Ευρώπης όπως η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες από καιρό ακολουθούν μοντέλα κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Οι Αγγλοσάξονες δεν θα πρέπει να αισθάνονται αμήχανα με τη μερική αλλαγή στάσης τους. Ούτε θα πρέπει οι χώρες με κοινωνικές αγορές να πάρουν πολύ θάρρος από αυτήν τη δικαίωση. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας έπρεπε να κινηθούν προς την αγγλοσαξονική κατεύθυνση, εισάγοντας οικονομικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Και αυτό θα πρέπει να συνεχίσουν να πράττουν.

Αυτή η σύγκλιση στη μέση στα εγχώρια μοντέλα δίνει στη διεθνή κοινότητα μια απρόσμενη πολιτική ευκαιρία. Αν και φαίνεται να έχει διαφύγει από την προσοχή των policymakers, αυτή η ευκαιρία θα επέτρεπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο G20 να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες κοινωνικές προκλήσεις, διαφυλάττοντας συγχρόνως τη σύγκλιση.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση κάθε ομάδα χωρών έχει μια μεγάλη ανησυχία. Οι Αγγλοσάξονες και τα νέα κράτη-μέλη δικαίως έχουν εξοργιστεί με τις χώρες που διαθέτουν κοινωνικές αγορές -ιδιαίτερα με τη Γαλλία, τη Γερμανία και με άλλες- καθώς δείχνουν όλο και μεγαλύτερη αδιαλλαξία όσον αφορά στους υφιστάμενους κανονισμούς της ενιαίας αγοράς (περιλαμβανομένων των κανονισμών περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων).

Οι χώρες που διαθέτουν κοινωνικές αγορές διαμαρτύρονται (επίσης δικαίως) ότι η μακροχρόνια αντίδραση από τις αγγλοσαξονικές χώρες και τα νέα κράτη-μέλη σε οποιασδήποτε μορφής φορολογικό συντονισμό καθιστά δύσκολη την εκπλήρωση κοινωνικών στόχων μέσω των προϋπολογισμών τους. Οι φορολογικές αποδείξεις, οι οποίες περιορίζονται από τον φορολογικό ανταγωνισμό, συχνά δεν επιτρέπουν τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων. Επιπλέον, οι κινητές φορολογικές έδρες -κεφάλαια, επιχειρήσεις, εξειδικευμένοι επαγγελματίες- τείνουν να μεταφέρονται σε χώρες με ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα, μειώνοντας κάθετα τον ανταγωνισμό όσον αφορά στους φορολογικούς συντελεστές. Η εργασία φέρει ένα ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο βάρος.

Προκειμένου να αποφευχθεί η ένταση και στις δύο πλευρές, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια απέναντι στην "Ευρώπη" γενικότερα και την ενιαία αγορά ειδικότερα, η Ε.Ε. θα πρέπει να αδράξει αυτήν την ευκαιρία για έναν συμβιβασμό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την κοινή γνώμη με ρεαλιστική εκτίμηση των προοπτικών της ευρωπαϊκής σύγκλισης, καθώς ο οικονομικός εθνικισμός αυξάνεται. Στη συνέχεια θα χρειαστεί να προτείνει μια στρατηγική συμφωνία, η οποία θα περιλαμβάνει δύο στοιχεία:

Το πρώτο είναι η ανανεωμένη, δεσμευτική υποχρέωση προς την ενιαία αγορά, που θα περιλαμβάνει ενισχυμένους μηχανισμούς επιβολής κανονισμών και πρωτοβουλίες με προθεσμίες, προκειμένου να εφαρμοστεί η ενιαία αγορά σε περιοχές στις οποίες ακόμα απουσιάζει.

Το δεύτερο είναι τα περιορισμένα μέτρα φορολογικού συντονισμού, που δεν θα στοχεύουν σε πλήρη φορολογική εναρμόνιση (κάτι που δεν είναι ούτε εφικτό, ούτε απαραίτητο), αλλά στο να δώσουν τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τη φορολογική φερεγγυότητά τους, δρώντας από κοινού σε ορισμένα σημεία. Αν προτιμήσουν να υπερασπιστούν μεμονωμένα την αρχή της φορολογικής φερεγγυότητας, θα έρθουν αντιμέτωπα με τη συνεχιζόμενη de facto μείωση της φερεγγυότητάς τους μέσω του απεριόριστου φορολογικού ανταγωνισμού.

Οι Αγγλοσάξονες και τα νέα κράτη-μέλη θα έκαναν ένα άνοιγμα στον φορολογικό συντονισμό, αλλά παράλληλα θα διασφάλιζαν το μέλλον της ενιαίας αγοράς. Οι χώρες με κοινωνικές αγορές θα πιέζονταν από μια αποτελεσματική ενιαία αγορά, όμως παράλληλα θα κέρδιζαν περισσότερα περιθώρια για να διεκδικήσουν κοινωνικούς στόχους χωρίς να χρειαστεί να διαλύσουν τους κανόνες της αγοράς. Και οι δύο ομάδες θα έρχονταν πιο κοντά στις σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες συνδυάζουν πιο αποτελεσματικά τη διάσταση της αγοράς και την κοινωνική διάσταση. Τέλος, η συμφωνία αυτή θα έδινε νέα δύναμη στο κλονιζόμενο ευρωπαϊκό project.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προωθήσει τις δράσεις για τον φορολογικό συντονισμό εντός και του G8 και του G20. Η λήψη πειθαρχικών μέτρων σε ορισμένους φορολογικούς παραδείσους -η οποία αποφασίστηκε από το G20- είναι απαραίτητη. Όμως, αντιμετωπίζει μόνο τη φοροδιαφυγή και όχι τη νόμιμη αποφυγή φορολογίας, η οποία συνεχίζεται ευρύτατα καθώς ο απεριόριστος φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των χωρών εντείνεται. Η ελεγχόμενη και με βάση την αγορά παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί αν η φορολογική φερεγγυότητα των κυβερνήσεων διαβρώνεται από την αγορά. Για να επιτύχουν τους κοινωνικούς στόχους που έχουν θέσει, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τους προϋπολογισμούς τους, διαφορετικά θα καταχρώνται την αγορά.

* Πρόεδρος του Bocconi University και πρώην επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιος για θέματα ενιαίας αγοράς, φορολογίας και ανταγωνισμού.
© The Financial Times Limited 2009. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο