Υπεράνω όλων η ανεξαρτησία της ΕΚΤ

Σε μία κρίσιμη στιγμή για την ευρωζώνη και όταν όλα κρίνονται από τις κινήσεις της ΕΚΤ, ο Lorenzo Bini Smaghi καλεί άπαντες να σεβαστούν την ανεξαρτησία της ευρωτράπεζας, αποσιωπώντας προσωπικές θέσεις.

  • Lorenzo Bini Smaghi
Υπεράνω όλων η ανεξαρτησία της ΕΚΤ
Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής στην αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης έχει αυξηθεί, γεγονός που εγείρει ανησυχίες ως προς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών.

Η ανεξαρτησία προστατεύεται από το καταστατικό των κεντρικών τραπεζών, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, την εντολή που έχει η κεντρική τράπεζα, τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται τα μέλη των οργάνων που λαμβάνουν αποφάσεις ή απομακρύνονται από τη θέση τους και τη χρονική διάρκεια της θητείας και το είδος των εργασιών που μπορούν να διεξαχθούν. Και οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να είναι υπόλογες.

Ο τρόπος με τον οποίο οι κεντρικές τράπεζες λογοδοτούν για την πολιτική που ακολουθούν διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, επί παραδείγματι, δημοσιοποιούνται τα πρακτικά των συνεδριάσεων -αν και με κάποια καθυστέρηση- και τα μεμονωμένα μέλη των οργάνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις είναι υποχρεωμένα να κοινοποιήσουν πώς ψήφισαν και να αιτιολογήσουν τις απόψεις τους.

Στην ευρωζώνη δεν υπάρχουν λεπτομερή πρακτικά των συνεδριάσεων και ανακοινώνεται μόνο η τελική γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία υπόλογα είναι τα μεμονωμένα μέλη της ΕΚΤ, σε ατομικό επίπεδο. Στην ευρωζώνη η ευθύνη είναι συλλογική.

Η διαφορά οφείλεται και στην υποκείμενη πολιτική δομή. Σε πλήρως ολοκληρωμένα πολιτικά συστήματα, όπως στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, υπάρχει λογοδοσία η οποία παρακολουθείται συνολικά από την κοινή γνώμη της χώρας, τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα.

Εάν υπάρχει η υποψία ότι ένας κεντρικός τραπεζίτης λειτουργεί υπό την πίεση ενός πολιτικού συστήματος ή μιας ομάδας συμφερόντων, τότε θα επικριθεί δημοσίως ανά τη χώρα. Η φήμη του πολιτικού σώματος που τον διόρισε θα υπονομευθεί σοβαρά. Γι’ αυτό υπάρχει ισχυρό κίνητρο στον διορισμό ανεξάρτητων προσωπικοτήτων και οι τελευταίοι έχουν το κίνητρο να συνεχίσουν να λειτουργούν ανεξάρτητα με «ανοιχτό» τρόπο.

Η ευρωζώνη στηρίζεται σε μία ατελή πολιτική ολοκλήρωση. Οι διοικητές των 17 εθνικών κεντρικών τραπεζών συμμετέχουν στο 23μελές διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ και διορίζονται από τις αντίστοιχες εθνικές αρχές (ενώ έξι μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο), αλλά αναμένεται από αυτούς να μείνουν ανεπηρέαστοι από την υπηκοότητά τους όταν εκφράζουν απόψεις. Δεν λογοδοτούν στα εθνικά τους κοινοβούλια και δεν δίνουν λογαριασμό για την ψήφο τους, δεδομένου ότι υποτίθεται πως ψηφίζουν για το συνολικό καλό της ευρωζώνης.

Οι πολιτικοί της κάθε χώρας, τα ΜΜΕ και η κοινή γνώμη δεν έχουν ακόμη κατανοήσει πλήρως ότι τα μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ δεν αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Συχνά συσχετίζουν τα ονόματα των μελών με την υπηκοότητά τους, ξεχνώντας ότι κάθε μέλος συμμετέχει στο συμβούλιο της ΕΚΤ σε προσωπική βάση. Η συλλογική ευθύνη φαίνεται πως προστατεύει τα μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ από τις πιθανές πιέσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από τις χώρες τους. Ως αποτέλεσμα, γίνονται συζητήσεις στο πλαίσιο του συμβουλίου της ΕΚΤ, αλλά δημοσιοποιείται μόνο η απόφαση. Τα μέλη του αναμένεται να στηρίξουν και να υπερασπιστούν πιστά δημοσίως την όποια απόφαση έχει ληφθεί.

Το σύστημα εξυπηρέτησε την ΕΚΤ για πολλά χρόνια. Ακόμη και όταν οι αποφάσεις δεν ήταν ομόφωνες, ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν να μάθουν ποιοι διαφώνησαν.

Τα πράγματα άλλαξαν την άνοιξη του 2010, όταν διατυπώθηκαν δημόσια αντίθετες απόψεις για συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής ειδικότερα σε ό,τι αφορά την αγορά κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά. Η απομάκρυνση από τη συλλογική ευθύνη και η έκφραση διαφορετικών απόψεων σε σημαντικά πολιτικά θέματα δεν έχει ενισχύσει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Αντιθέτως, την υπονομεύει.

Η έκφραση διαφορετικής άποψης, ειδικότερα όταν η άποψη αυτή συμπίπτει με την άποψη ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της εκάστοτε χώρας, δημιουργεί την εντύπωση ότι οι συζητήσεις εντός του διοικητικού συμβουλίου είναι πολιτικοποιημένες και πως όλα τα μέλη αντιπροσωπεύουν τις θέσεις των χωρών τους.

Αυτό μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις από τα κράτη-μέλη σε διαφορετικά μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ ώστε να ενεργήσουν με βάση το εθνικό συμφέρον και όχι το κοινό καλό της ευρωζώνης. Μπορεί επίσης να ενθαρρύνει ορισμένες εθνικές κεντρικές τράπεζες να εκφράζουν δημοσίως την άποψή τους για θέματα νομισματικής πολιτικής, κάτι που αντιτίθεται στο γράμμα και στο πνεύμα της Συνθήκης, καθώς η νομισματική πολιτική δεν είναι αρμοδιότητα των εθνικών κεντρικών τραπεζών, αλλά της ΕΚΤ.

Η Συνθήκη σαφέστατα ορίζει ότι τα μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ θα πρέπει να μην επηρεάζονται από κανέναν εθνικό ή ευρωπαϊκό θεσμό, ούτε καν από τη δική τους κεντρική τράπεζα.

Η κατάργηση της συλλογικής ευθύνης δημιούργησε αιτήματα για την τροποποίηση του καταστατικού της ΕΚΤ με σκοπό να αντικατοπτρίζει καλύτερα τις εθνικές πολιτικές. Ένα παράδειγμα είναι το πρόσφατο αίτημα που διατυπώθηκε από Γερμανούς πολιτικούς και ακαδημαϊκούς να αλλάξει ο τρόπος ψηφοφορίας στην ΕΚΤ -μία ψήφος για κάθε άτομο- προς ένα σύστημα που να βασίζεται περισσότερο στο μέγεθος της κάθε χώρας-μέλους. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, είναι βέβαιο ότι θα τερματιστεί η ανεξαρτησία της ΕΚΤ..

Τέλος, στο τρέχον περιβάλλον της υψηλής αβεβαιότητας, η μη συντονισμένη επικοινωνία εντείνει την αστάθεια όχι μόνο στις αγορές, αλλά και σε μεγάλο βαθμό στον ευρύτερο πληθυσμό. Τελικά υπονομεύεται η αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας και μειώνεται η αποτελεσματικότητα της πολιτικής της. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να δίνουν σαφή μηνύματα και να εξηγούν τα επιχειρήματα για τις αποφάσεις τους, ενδεχομένως και τους κινδύνους που εγκυμονούν, όπως επίσης και τους κινδύνους που θα προέκυπταν από την αδράνεια.

Η διατήρηση της αξιοπιστίας της ΕΚΤ απαιτεί οι προσωπικές εκτιμήσεις, όσο καλά θεμελιωμένες κι αν είναι, να υποτάσσονται στην επιδίωξη του κοινού καλού. Εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, τότε υπάρχει μόνο ένας τρόπος εξόδου.
© The Financial Times Limited 2012. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο