Η αύξηση της παραγωγικότητας θα αποτελέσει το «κλειδί» για την επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, στην οποία υποβαθμίζει στο 1,25% τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη για τη χώρα.
Το Ταμείο υποστηρίζει ότι η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη βασίζεται σε τρεις παράγοντες: α) στις εξελίξεις στο εργατικό δυναμικό, β) στη συσσώρευση κεφαλαίου και γ) στη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP).
Δεδομένων των σημαντικών δημογραφικών προκλήσεων και της διαφαινόμενης συρρίκνωσης του ενεργού πληθυσμού, καθώς και του ότι οι επενδύσεις δύσκολα θα επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα, η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής θα είναι σύμφωνα με το ΔΝΤ ο κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης.
Αναλυτικά, το ΔΝΤ προβλέπει ότι η συνεισφορά της εργασίας στην ανάπτυξη θα είναι αρνητική.
Οι δημογραφικές προβολές δείχνουν πως ο ενεργός πληθυσμός θα υποχωρήσει κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ως το 2060. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει υψηλά ποσοστά ανεργίας για πολλές ακόμα δεκαετίες. Το ποσοστό της ανεργίας αυτή τη στιγμή είναι στο 25%, το υψηλότερο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ως εκ τούτου, θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα προτού η ανεργία υποχωρήσει. Το Ταμείο αναμένει ότι θα διαμορφωθεί στο 18% το 2022, στο 12% το 2040 και στο 6% μόνο το 2060. Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό θα αυξηθεί σταδιακά από το 68% στο 73%. Αυτό σημαίνει πως η συνεισφορά της εργασίας στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη θα είναι κοντά στο -0,3%.
Στον αντίποδα, η συνεισφορά του κεφαλαίου στην ανάπτυξη θα είναι θετική αλλά μικρή.
Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ έπεσαν κοντά στο 20% από 12% μετά την κρίση. Ενώ οι επενδύσεις αναμένεται να ανακάμψουν μεσοπρόθεσμα, δεν πρόκειται να επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα. Επιπλέον, ο χρηματοπιστωτικός τομέας δύσκολα θα καταφέρει να στηρίξει την επενδυτική ανάπτυξη στο ορατό μέλλον, καθώς είναι αντιμέτωπος με εξαιρετικά υψηλά ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η συνεισφορά του κεφαλαίου στην ανάπτυξη θα είναι κοντά στο 0,5%.
Κατά συνέπεια, καταλήγει το Ταμείο, η ανάπτυξη βασίζεται στη συνεισφορά της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής (TFP), με κινητήριο μοχλό τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Από το 1970 ως το 2008, η μέση ετήσια ανάπτυξη της συνολικής παραγωγικότητας στην ευρωζώνη ήταν 1,2% και στην Ελλάδα 0,7%.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η πορεία της συνολικής παραγωγικότητας στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί από τη φιλοδοξία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα εφαρμοστούν.
Με βάση τη μέχρι τώρα μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Ελλάδας, το Ταμείο υπολογίζει ότι η ανάπτυξη της συνολικής παραγωγικότητας θα ανέλθει στο 1%, λίγο κάτω από τον μέσο όρο στην ευρωζώνη, κάτι που σημαίνει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη 1,25%.