Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πονοκέφαλος στις ασφαλιστικές από την αύξηση των επιτοκίων

Με ποιους τρόπους επηρεάζονται τα κέρδη και τα ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών εταιρειών από την άνοδο των επιτοκίων. Ποιοι αναμένεται να ευνοηθούν. Στροφή προς τα εταιρικά ομόλογα, εμπόδια στις επενδύσεις προς ΑΠΕ και ΑΕΕΑΠ.

Πονοκέφαλος στις ασφαλιστικές από την αύξηση των επιτοκίων

Με έντονο ενδιαφέρον παρακολουθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες τις εξελίξεις στα μέτωπα του πληθωρισμού και των επιτοκίων, καθώς τα όσα λαμβάνουν χώρα στα αλληλοεπηρεαζόμενα αυτά μέτωπα είναι σε θέση να επηρεάσουν τόσο την κερδοφορία τους όσο και την πορεία των ιδίων κεφαλαίων τους.

Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις των αναλυτών, ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να κινείται σε υψηλά επίπεδα τουλάχιστον μέχρι το πρώτο εννεάμηνο του 2022, ενώ ζητούμενο είναι το πόσες φορές θα ανεβάσει φέτος τα βασικά της επιτόκια η FED, καθώς και το αν και πότε θα κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σε κάθε περίπτωση, στις δευτερογενείς αγορές ομολόγων που προεξοφλούν εξελίξεις, έχουμε αύξηση των yields (άρα και υποχώρηση τρεχουσών τιμών), με αποτέλεσμα οι αποδόσεις των δεκαετών γερμανικών ομολόγων να έχουν περάσει πλέον σε θετικό έδαφος και η Ελλάδα να έχει δανειστεί πρόσφατα σε δεκαετή έκδοση με 1,836%, δηλαδή κατά 100 μονάδες βάσης πάνω από τον Ιούνιο του 2020.

Πώς όμως επηρεάζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες από την άνοδο των επιτοκίων; Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ο συγκεκριμένος επηρεασμός δεν είναι μονοσήμαντος. Τα οφέλη που αποκομίζουν οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι κυρίως τα εξής:

  • Πρώτον, με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των επενδύσεών τους είναι εστιασμένο σε τίτλους σταθερού εισοδήματος, έχουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τα μετρητά που εισπράττουν από τη νέα παραγωγή τους σε ομόλογα με αυξημένη απόδοση σε σχέση με το παρελθόν και
  • δεύτερον, όσες ασφαλιστικές εταιρείες έχουν σημαντικές θέσεις σε μετρητά και σε έντοκα γραμμάτια διάρκειας λίγων μηνών, έχουν τη δυνατότητα να επενδύουν τη συγκεκριμένη ρευστότητα (όπως και τους όποιους τόκους των ομολόγων τους) σε τοποθετήσεις υψηλότερων επιτοκίων.

Άρα λοιπόν, σε σχετικά καλύτερη θέση βρίσκονται όσες ασφαλιστικές εταιρείες διαθέτουν μεγάλο ποσοστό των επενδύσεών τους σε μετρητά και σε έντοκα γραμμάτια, όπως επίσης και εκείνες που θα αυξήσουν σημαντικά το ύψος της νέας παραγωγής τους.

Από την άλλη πλευρά ωστόσο, πονοκέφαλο στα στελέχη των ασφαλιστικών εταιρειών προκαλεί το γεγονός ότι η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί σε πτώση τις τιμές των ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους, επηρεάζοντας το ύψος των ιδίων κεφαλαίων τους -άρα και τους εποπτικούς τους δείκτες- όσο και ως ένα βαθμό την ετήσια κερδοφορία τους. Όσο περισσότερο μακροπρόθεσμη είναι η μέση διάρκεια των ομολόγων μιας ασφαλιστικής εταιρείας, τόσο υψηλότερος είναι και ο σχετικός κίνδυνος.

Ειδικότερα, τόσο στα ομόλογα που ρευστοποιούνται όσο και σε εκείνα που διακρατούνται έως τη λήξη, οι ενδεχόμενες υποαξίες επηρεάζουν αρχικά την κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσεως και στη συνέχεια το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις των ομολόγων που χαρακτηρίζονται ως επενδυτικά, οι όποιες ενδεχόμενες υποαξίες επηρεάζουν απευθείας τα ίδια κεφάλαια, χωρίς να μειώνουν τη λογιστική κερδοφορία.

Ζητούμενο επίσης είναι το αν η τρέχουσα συγκυρία έχει επηρεάσει και τις αποφάσεις των ασφαλιστικών εταιρειών σχετικά με τη διάρθρωση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου. Γενικότερα, παρατηρείται μια μερική στροφή προς τα εταιρικά ομόλογα, όχι όμως αξιοσημείωτες αντίστοιχες κινήσεις προς όφελος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας).

«Δυστυχώς, το εποπτικό πλαίσιο δυσκολεύει την κατάσταση» σημειώνει γνωστός παράγοντας του κλάδου, συμπληρώνοντας: «Με βάση το solvency II, οι τοποθετήσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εκλαμβάνονται ως επενδύσεις σε θυγατρικές εταιρείες, τιμωρώντας εποπτικά τους ασφαλιστικούς ομίλους, ενώ παράλληλα αποθαρρύνει και το γεγονός του ότι δεν υπάρχουν πλέον συμβόλαια ΑΠΕ με κλειστούς όρους, όπως θα επιθυμούσε ο ασφαλιστικός κλάδος με στόχο τον καλύτερο προγραμματισμό και τη μείωση του ρίσκου. Η εποπτική επιβάρυνση επίσης είναι εκείνη που αποτρέπει πολλές ασφαλιστικές εταιρείες στο να τοποθετηθούν εντονότερα σε ΑΕΕΑΠ, εξασφαλίζοντας ετήσιες μερισματικές αποδόσεις σαφώς υψηλότερες από αυτές των καταθέσεων και των ομολόγων».

Στέφανος Kοτζαμάνης [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v