Την χειρότερη επίδοση των τελευταίων 9 ετών, κατέγραψαν οι αιτήσεις συνταξιοδότησης προς τον ΕΦΚΑ, καθώς από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως και τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, υποβλήθηκαν συνολικά 225.803 αιτήσεις συνταξιοδότησης, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ από το 2017, έτος σύστασης και έναρξης λειτουργίας του ΕΦΚΑ.
Το μέγεθος αυτό ξεπερνά ακόμη και τα προηγούμενα υψηλά έτη, όπως το 2021, όταν είχαν καταγραφεί 212.151 αιτήσεις, και επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις των ειδικών ότι η «έξοδος» θα παραμείνει έντονη τουλάχιστον έως το 2027, όταν αναμένεται να έχει αποχωρήσει από την αγορά εργασίας η γενιά των baby boomers.
Το 2025, εκτός από το αρνητικό ρεκόρ με τη μαζική εκροή ασφαλισμένων από την αγορά εργασίας και την είσοδό τους στην συνεχώς αυξανόμενη ομάδα των συνταξιούχων, ο ΕΦΚΑ κατέγραψε και μια κρίσιμη επιτυχία: εκδόθηκαν 236.637 νέες συντάξεις, δηλαδή περισσότερες από όσες υποβλήθηκαν.
Το αποτέλεσμα ήταν η μείωση του αποθέματος των εκκρεμών αιτήσεων, γεγονός που αποτρέπει –προς το παρόν– τη δημιουργία νέας «ουράς» στο σύστημα.
Οι ειδικοί κρούουν των κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι η μαζική φυγή από την εργασία σε συνδυασμό με την δημογραφική πρόκληση μπορεί μεσοπρόθεσμα να μην δημιουργούν κάποιο εμφανές πρόβλημα βιωσιμότητας, όμως θεωρείται δεδομένο πως θα αποτελέσουν το μεγάλο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια, με ζητούμενο το εάν το ασφαλιστικό σύστημα θα μπορέσει να διατηρήσει αυτούς τους ρυθμούς, χωρίς να επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο προϋπολογισμός και χωρίς να επανεμφανιστούν οι εκκρεμότητες που ταλαιπώρησαν χιλιάδες ασφαλισμένους στο παρελθόν.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από το σύστημα «Άτλας», οι περισσότερες αιτήσεις συνταξιοδότησης καταγράφηκαν, όπως και τα προηγούμενα έτη, τον Σεπτέμβριο, μήνα κατά τον οποίο αποχωρούν κυρίως οι εκπαιδευτικοί.
Ακολουθούν ο Ιούλιος και ο Ιανουάριος, μήνες που προτιμούν οι μισθωτοί, καθώς εξασφαλίζουν και μέρος του δώρου Χριστουγέννων της επόμενης χρονιάς. Χαρακτηριστικό, όμως, είναι ότι τον Σεπτέμβριο είχε καταγραφεί νέο μηνιαίο ρεκόρ με 20.552 νέες αιτήσεις, ενώ και τον Οκτώβριο τα αιτήματα διατηρήθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα (18.135).
Οι ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση, αλλά και στελέχη του υπουργείου Εργασίας και του ΕΦΚΑ, συγκλίνουν στο ότι η αυξημένη ροή συνταξιοδοτήσεων οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες:
- Ανησυχία για αλλαγές στα όρια ηλικίας, λόγω της σύνδεσής τους με το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65 έτη, κάτι που ωθεί πολλούς ασφαλισμένους να «κλειδώσουν» το δικαίωμα που έχουν θεμελιώσει. Αν και από το υπουργείο Εργασίας έχουν ξεκαθαρίσει ότι βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, δεν φαίνεται πως θα υπάρξει αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας εντός της επόμενης τριετίας, και η όποια αλλαγή θα εξεταστεί το 2029, προκειμένου να υπάρξει αύξηση των ορίων ηλικίας για τους σημερινούς 55άρηδες, από το 2030 και μετά, φαίνεται τελικά, πως πολλοί από τους ασφαλισμένους που είχαν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, έσπευσαν να το κατοχυρώσουν. Κάτι, που θα συνεχιστεί βάσει των εκτιμήσεων και το 2026 αλλά και το 2027.
- Σε αυτό, συνηγορούν άλλωστε και οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για την απασχόληση συνταξιούχων – ουσιαστικά ο δεύτερος σημαντικός λόγος που εξηγεί την μαζική ροή αιτήσεων συνταξιοδότησης - που επιτρέπουν πλέον εργασία χωρίς περικοπή της σύνταξης, καθιστώντας την αποχώρηση οικονομικά πιο ελκυστική. Να σημειωθεί ότι οι συνταξιούχοι που δηλώνουν εισόδημα από απασχόληση, εκτιμώνται σε 255.000, εκ των οποίων οι περίπου 135.000, αφενός λαμβάνουν το σύνολο της σύνταξής τους, αφετέρου θα λάβουν προσαύξηση σύνταξης όταν διακόψουν την επιπλέον εργασία τους. Οι υπόλοιποι 120.000 ανήκουν στις ειδικές κατηγορίες που ο νόμος προβλέπει την εξαίρεσή τους από την καταβολή εισφορών όπως είναι οι αγρότες συνταξιούχοι εφόσον συνεχίζουν μετά τη συνταξιοδότησή τους να ασκούν αγροτική δραστηριότητα, οι πολύτεκνοι συνταξιούχοι, κ.α.
- Ένας ακόμη – μόνιμος – λόγος που ωθεί πολλούς ασφαλισμένους να υποβάλλουν τα χαρτιά τους για σύνταξη, είναι ο φόβος για μια πιθανή νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό. Αν και βάσει και των οικονομικών στοιχείων του Φορέα, το ασφαλιστικό παραμένει βιώσιμο, δεν είναι λίγα τα σενάρια που θέλουν κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα η συζήτηση για αλλαγές στα πλασματικά έτη, τόσο ως προς το κόστος εξαγοράς όσο και ως προς τη στάθμισή τους στο τελικό ποσό της σύνταξης. Από το υπουργείο Εργασίας πάντως, διαψεύδουν κατηγορηματικά οποιαδήποτε τέτοια πιθανότητα.
Πίσω όμως, από τα αριθμητικά ρεκόρ, κρύβεται ένα βαθύτερο, διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: ο πληθυσμός της χώρας γερνάει, ενώ η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους επιδεινώνεται. Κάθε νέο κύμα συνταξιοδοτήσεων αυξάνει τη δαπάνη και περιορίζει τα περιθώρια του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον χαμηλής γεννητικότητας και περιορισμένης εισροής νέων ασφαλισμένων.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη γήρανση πληθυσμού και τη μεγαλύτερη μείωση του εργατικού δυναμικού τις επόμενες δεκαετίες. Έως το 2050, σε κάθε 100 εργαζομένους θα αντιστοιχούν 70 ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ θα είναι 52.