Eurobank: Ο χάρτης της ανεργίας των νέων στην Ελλάδα

Οι λόγοι πίσω από την επίμονα υψηλή ανεργία των νέων 15 ως 29 χρονών στην Ελλάδα. Τι ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι δομικές διαφορές.

Eurobank: Ο χάρτης της ανεργίας των νέων στην Ελλάδα

Σε πλήθος σημειωμάτων του τομέα Eurobank Research έχει αναδειχθεί το φαινόμενο της χαμηλής συμμετοχής των νέων στην αγορά εργασίας, οι οποίοι σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό των Ηνωμένων Εθνών είναι τα άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 24 ετών.

Οπως αναφέρει η τράπεζα στην τακτική της ανάλυση για την ελληνική οικονομία, η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα, καθώς την περίοδο 2001-2024 κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 35%, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο εθνικό ποσοστό (15,3%), ενώ την περίοδο 2009-2013 που ξέσπασε και κορυφώθηκε η οικονομική κρίση ανήλθε στο 43,4% (18,4% το εθνικό ποσοστό). Στα επιμέρους φύλα, το ποσοστό ανεργίας είναι κατά πολύ υψηλότερο στις γυναίκες συγκριτικά με τους άνδρες (41,2% έναντι 29,8%).

Επιπλέον, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας των ατόμων που ανήκουν στη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία είναι περίπου το μισό του εθνικού ποσοστού συμμετοχής (28,4% έναντι 52,3% τα αντίστοιχα μέσα ποσοστά στην περίοδο 2001-2024).

Παρόμοια είναι η εικόνα και στα επιμέρους φύλα, με το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών (25,9%) να υπολείπεται αυτού των ανδρών (30,8%), αλλά η μεταξύ τους διαφορά έχει περιοριστεί. Πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο το εθνικό ποσοστό συμμετοχής των νέων στην αγορά εργασίας όσο και τα αντίστοιχα ποσοστά ανά φύλο την περίοδο 2001-2024 – με εξαίρεση την περίοδο της υγειονομικής κρίσης – ακολουθούν έντονα καθοδική πορεία. Εν μέρει αυτή η εικόνα μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί νέοι συνεχίζουν την εκπαίδευση τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή/και συνεχίζουν τις σπουδές τους και μετά την απόκτηση του πρώτου πανεπιστημιακού πτυχίου σε μεταπτυχιακό ή/και διδακτορικό επίπεδο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει η ανάλυση της τάσης του ποσοστού των νέων ατόμων που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση καθώς είναι δυνατό να σχηματισθεί μια εικόνα για το καθεστώς μετάβασης των νέων από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας και να διαπιστωθούν τυχόν κίνδυνοι που εμποδίζουν αυτή τη διαδικασία να είναι ομαλή.

Η συγκεκριμένη μετάβαση έχει γίνει πιο σύνθετη με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι νέοι αλλάζουν εργασία συχνότερα ενώ είναι αρκετά συνηθισμένο τα άτομα που συμμετέχουν στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση (τριτοβάθμια και μη τριτοβάθμια) να εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης ή να προτιμούν την εποχική απασχόληση προκειμένου να ενισχύσουν το εισόδημά τους. Εξάλλου, είναι συχνό το φαινόμενο πολλοί νέοι εργαζόμενοι να επιστρέφουν στην εκπαίδευση ή στην κατάρτιση προκειμένου να βελτιώσουν τα προσόντα και τις δεξιότητές τους ώστε να διεκδικήσουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές και οικονομικές απολαβές.

Σύμφωνα με το σχετικό ορισμό της Eurostat, το ποσοστό των νέων ατόμων που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί λόγο, με αριθμητή το άθροισμα των ατόμων που (α) δεν εργάζονται (είτε αναζητούν εργασία, δηλαδή είναι οικονομικά ενεργοί, είτε δεν αναζητούν εργασία, δηλαδή είναι οικονομικά μη ενεργοί) και (β) δεν συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση, και παρονομαστή το σύνολο του πληθυσμού της αντίστοιχης ηλικιακής ομάδας.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το ποσοστό ανεργίας και το ποσοστό συμμετοχής των νέων στην αγορά εργασίας που καλύπτει τις ηλικίες 15-24 ετών, στην ανάλυση που ακολουθεί θα ληφθούν υπόψη τα άτομα ηλικίας 15-29 ετών. Αυτή η επιλογή γίνεται καθώς η διάρκεια των σπουδών είναι πλέον μεγαλύτερη (πτυχίο ή/και μεταπτυχιακός/διδακτορικός τίτλος σπουδών) και κατά συνέπεια η είσοδος στην αγορά εργασίας και η σταθερή απασχόληση έρχονται πιο καθυστερημένα. Ο περιορισμός του ηλικιακού εύρους στις ηλικίες 15-24 ετών θα κάλυπτε κυρίως περιπτώσεις πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και προβλημάτων που σχετίζονται με την αρχική είσοδο στην αγορά εργασίας.

Αντίθετα, η διεύρυνση του ορίου στα 29 έτη καλύπτει περιπτώσεις μακροχρόνιας αδράνειας μετά την αποφοίτηση, αποτυχίες στην μετάβαση στην αγορά εργασίας καθώς και επιπτώσεις από περιόδους οικονομικής ύφεσης. Εκτός των παραπάνω, ένας άλλος λόγος για την επιλογή του ηλικιακού εύρους 15-29 ετών είναι ότι για την συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο το ποσοστό των νέων που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση να είναι μικρότερο από 9% έως το 2030.

Ξεκινώντας τη σχετική ανάλυση, προκύπτει ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15-29 ετών που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση την περίοδο 2002-2008 περιορίζεται, αλλά το ξέσπασμα και η γιγάντωση της οικονομικής κρίσης είχε σαν συνέπεια να αυξηθεί σημαντικά και να φτάσει στο 28,5% το 2013.

Σε περιόδους πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας το ποσοστό τους αυξάνεται καθώς οι απώλειες θέσεων εργασίας επηρεάζουν δυσανάλογα τους νέους, αφού συ-χνά είναι οι πρώτοι που χάνουν τη δουλειά τους προκειμένου να προστατευθούν όσο είναι εφικτό οι θέσεις ερ-γασίας πιο ηλικιωμένων ατόμων που κατά κανόνα έχουν και οικογένεια.

Εξάλλου, οι νέοι που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και επιδιώκουν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας βρίσκουν δυσκολότερα απασχόληση καθώς σε περιόδους ύφεσης περιορίζονται σημαντικά οι προσλήψεις προσωπικού.

Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη αποτυχία στην αναζήτηση εργασίας (και για τους απολυμένους και για αυτούς που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία) οδηγεί σταδιακά τα άτομα σε αποθάρρυνση και στο «πάγωμα» της διαδικασίας αναζήτησης εργασίας και κατά συνέπεια στην έξοδο από το εργατικό δυναμικό.

Παράλληλα, η προσπάθεια για επιστροφή στην εκπαίδευση κατά τη διάρκεια οικονομικών κρίσεων δεν είναι πάντα επιτυχής για λόγους όπως η αδυναμία χρηματοδότησης σπουδών, η μη επιθυμία για επιπλέον σπουδές, η αδυναμία πρόσβασης στην εκπαίδευση κ.ά. Μετά το 2013, ο σταδιακός περιορισμός της ύφεσης και η επίτευξη θετικών ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ είχε σαν αποτέλεσμα το ποσοστό τους να ακολουθήσει καθοδική πορεία με αποτέλεσμα το 2024 να κατέλθει σε χαμηλότερα επίπεδα από το 2002 (19,1%) και το 2009 (15,9%) δηλαδή στο 14,2%, αλλά το ποσοστό αυτό υπολείπεται ακόμα του στόχου που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση (9,0%).

Ίδια τάση ακολουθούν τα αντίστοιχα ποσοστά για τους άνδρες και τις γυναίκες. Ωστόσο το ποσοστό των γυναικών τα πρώτα έτη της υπό εξέτασης περιόδου είναι πολύ υψηλότερο από των ανδρών και αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες όπως π.χ. στο παραδοσιακό κοινωνικό στερεότυπο που έδινε μεγαλύτερη σημασία στον ρόλο των γυναικών μέσα στην οικογένεια. Όμως είναι θετικό ότι η διαφορά στα ποσοστά μεταξύ ανδρών και γυναικών έχει συρρικνωθεί σημαντικά (από τις 14,1 π.μ. το 2002 στις 0,9 π.μ. το 2024).

Ωστόσο η καμπύλη της Ελλάδας όλη την υπό εξέταση περίοδο βρίσκεται υψηλότερα από την αντίστοιχη καμπύλη της ΕΕ-27. Μέχρι το 2008 η απόσταση της Ελλάδας από το μέσο όρο της ΕΕ-27 είχε συρρικνωθεί σε επίπεδα κάτω των 2,0 π.μ. Στη συνέχεια όμως η άνοδος του σχετικού ποσοστού ήταν πολύ ισχυρότερη στην Ελλάδα συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ΕΕ-27 η άνοδος του σχετικού ποσοστού μέχρι το 2013 – συγκριτικά με το 2008 – δεν ξεπέρασε τις 3,0 π.μ. όταν στην Ελλάδα έφτασε τις 13,7 π.μ.

Αιτία για τη συγκεκριμένη εικόνα είναι η παρατεταμένη και πολύ ισχυρή συρρίκνωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα την περίοδο 2009-2013 (5 συνεχόμενα έτη ύφεσης με συνολική μείωση του ΑΕΠ κατά 23,9%) σε σχέση με το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ-27 (ισχυρή πτώση του ΑΕΠ μόνο το 2009 με γρήγορη επάνοδο στην ανάπτυξη και συνολικά αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,2% την περίοδο 2009-2013), καθώς και η παρεπόμενη σοβαρή δημοσιονομική εξυγίανση που οδήγησε σε κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης που επηρέασε έντονα αρνητικά και την αγορά εργασίας.

Μετά το 2013 η καμπύλη της Ελλάδας ακολουθεί καθοδική πορεία και συγκλίνει με την καμπύλη της ΕΕ-27. Μέρος αυτής της βελτίωσης είναι πιθανό να προήλθε και από την ψήφιση νόμων που αφορούσαν την αμοιβή των νέων ατόμων και έκαναν ευκολότερη την πρόσληψή τους.

Παρά την βελτίωση, το μέσο ποσοστό της Ελλάδας την περίοδο 2002-2024 είναι το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 (19,5% έναντι 14,2%) ενώ το 2024 το ποσοστό της ήταν το τέταρτο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (14,2% έναντι 11,1%) όταν το 2002 ήταν το έβδομο υψηλότερο (19,1% έναντι 15,9%).

Η παραπάνω εικόνα οφείλεται σε παράγοντες όπως η υπερπροσφορά αποφοίτων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε κλάδους με χαμηλή ζήτηση, οι περιφερειακές ανισότητες (περιφέρειες με χαμηλή ζήτηση) που παγιδεύουν τους νέους εκτός αγοράς εργασίας, η μη ύπαρξη ισχυρών και ώριμων συστημάτων απόκτησης εμπειρίας/σύνδεσης των αποφοίτων με την αγορά εργασίας και επανακατάρτισης/επανένταξης των ατόμων σε αυτή, η αδήλωτη εργασία κ.ά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέλιξη του συγκεκριμένου ποσοστού με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης. Για την συγκεκριμένη ανάλυση η Eurostat διακρίνει το επίπεδο εκπαίδευσης σε χαμηλό (καθόλου εκπαίδευση, πρωτοβάθμια ή κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση – ISCED level 0-2), μεσαίο (ανώτερη δευτεροβάθμια ή μεταδευτεροβάθμια μη-τριτοβάθμια εκπαίδευση – ISCED level 3-4) και ανώτερο (τριτοβάθμια εκπαίδευση – ISCED level 5-8).

Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει, όπως και παραπάνω, ότι σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης το σχετικό ποσοστό αυξάνει σημαντικά την περίοδο 2009-2013 και στη συνέχεια αποκλιμακώνεται για να διαμορφωθεί το 2024 σε χαμηλότερα επίπεδα από το 2002. Συγκριτικά με την ΕΕ-27 στο μεσαίο και στο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης όλη την υπό εξέταση περίοδο το σχετικό ποσοστό είναι υψηλότερο στην Ελλάδα, με τη διαφορά να είναι μεγαλύτερη κυρίως στα άτομα της δεύτερης κατηγορίας.

Αντίθετα στο χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης τις περιόδους 2006-2010 και 2015-2024 – δηλαδή στα 15 από 23 έτη της υπό εξέτασης περιόδου – το ποσοστό στην Ελλάδα είναι χαμηλότερο συγκριτικά με την ΕΕ-27. Ωστόσο η σημαντικότερη διαφορά με την ΕΕ-27 είναι ότι στην Ελλάδα – όλη την υπό εξέταση περίοδο – η κατηγορία που εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό νέων ηλικίας 15-29 ετών που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση είναι τα άτομα με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, όταν στην ΕΕ-27 είναι η κατηγορία με τα χαμηλότερα ποσοστά.

Το εύρημα αυτό είναι αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων. Καταρχάς υπάρχει υπερπροσφορά αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την περιορισμένη ζήτηση θέσεων υψηλής εξειδίκευσης καθώς η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει προσανατολισμένη σε κλάδους χαμηλής/μεσαίας εξειδίκευσης.

Παράλληλα, υφίσταται αναντιστοιχία προσόντων/δεξιοτήτων που αναζητά η αγορά εργασίας με τα προσόντα/δεξιότητες των υποψηφίων. Εξάλλου, η σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας δεν είναι τόσο ισχυρή και παράλληλα είναι περιορισμένη η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και εργοδοτών στο σχεδιασμό προγραμμάτων σπουδών.

Επιπλέον, στην ελληνική οικονομία κυριαρχούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, κυρίως σε κλάδους χαμηλής τεχνολογίας/εξειδίκευσης, που έχουν περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης εξειδικευμένου προσωπικού.

Τέλος, με βάση το φύλο, στους άνδρες το μεγαλύτερο μέρος του ποσοστού των νέων ατόμων 15-29 ετών που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση και κατάρτιση αφορά τα άνεργα άτομα που όμως επιθυμούν να εργαστούν και το μικρότερο τα άτομα έκτος εργατικού δυναμικού.

Στην περίπτωση των γυναικών ισχύει το αντίθετο την περίοδο 2002-2009 καθώς και το 2024. Το γεγονός ότι ένα άτομο είναι άνεργο υποδηλώνει ότι διατηρεί ενεργή σύνδεση με την αγορά εργασίας, σε αντίθεση με τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού, τα οποία δεν έχουν αυτή τη σύνδεση – στοιχείο που καθιστά τη δεύτερη κατηγορία περισσότερο ανησυχητική από πλευράς μακροχρόνιας ένταξης. Σε επίπεδο ΕΕ-27 προκύπτει ότι μετά το 2018 είναι υψηλότερο το ποσοστό των ανδρών εκτός εργατικού δυναμικού συγκριτικά με το ποσοστό αυτών που είναι άνεργοι και, συνεπώς, διατηρούν κάποια σύνδεση με την αγορά εργασίας. Στην περίπτωση των γυναικών το υψηλότερο ποσοστό αφορά αυτές που είναι εκτός εργατικού δυναμικού.

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο