Τα σημάδια πυκνώνουν και δείχνουν ότι η ενεργειακή κρίση δεν είναι μια παρένθεση που θα κλείσει με την πρώτη ευκαιρία, καθώς ακόμη και αν ο πόλεμος τελειώσει αύριο, οι επιπτώσεις του όχι μόνο θα επιδεινωθούν τις επόμενες εβδομάδες αλλά θα μας συντροφεύουν για καιρό.
Τόσο γιατί οι πρώτες σοβαρές ελλείψεις καυσίμων θα αρχίσουν να φαίνονται στην ευρωπαϊκή οικονομία από τον Απρίλιο, όπως προειδοποίησε προ ημερών ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας Φατίχ Μπιρόλ , όσο και γιατί οι επιπτώσεις αυτές θα μετακυλιστούν στις οικονομίες μέσω αύξησης του πληθωρισμού και επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
Στο ετήσιο «Power & Gas Forum», τρεις βασικοί παράγοντες της αγοράς, άλλοι λιγότερο απαισιόδοξοι και άλλοι περισσότερο, έστειλαν, ο καθένας με τον τρόπο του, το δικό του μήνυμα για τα ενεργειακά προιόντα.
- Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, είπε ότι «οι επιπτώσεις της κρίσης, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει αποκλιμάκωση σήμερα ή αύριο, θα μας ακολουθήσουν για αρκετό καιρό».
- Η νέα επικεφαλής του ΔΕΣΦΑ, Μαρία Σφερούτσα, περιέγραψε ένα σύστημα που αντέχει προς το παρόν, αλλά βρίσκεται σε υψηλή επαγρύπνηση και λειτουργεί με το βλέμμα διαρκώς στραμμένο σε ένα ενδεχόμενο παρατεταμένο σοκ.
- Και ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, έθεσε το ζήτημα με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια: «Η Μέση Ανατολή θα παραμείνει ένα ενεργειακό σύστημα υπό διαταραχή, άρα είναι αναπόφευκτο να επηρεαστεί η παγκόσμια αγορά. Η εξέλιξη με τα πλήγματα του Ιράν σε ενεργειακές υποδομές του Κουβέιτ ελπίζαμε να μη συμβεί. Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια αγορά είναι πλέον πιο ευάλωτη σε διαταραχές φυσικού αερίου και πετρελαίου το επόμενο διάστημα», ανέφερε.
Η ουσία από Ελληνες και ξένους αναλυτές συμπυκνώνεται σε τρία σενάρια για τα ενεργειακά προϊόντα. Κανένα δεν είναι καθησυχαστικό. Και κάθε επόμενο είναι πιο επιβαρυντικό από το προηγούμενο, με τον Απρίλιο να αποτελεί το κρίσιμο μήνα για το πετρέλαιο και το αέριο.
To Μάρτιο μέρος των φορτίων πετρελαίου που έφτασαν στην Ευρώπη είχε συμφωνηθεί πριν την έναρξη της κρίσης, γεγονός που καθυστέρησε την πλήρη αποτύπωση των επιπτώσεων. Κατά τον Μπιρόλ ωστόσο, τον Απρίλιο οι απώλειες πετρελαίου θα είναι διπλάσιες σε σχέση με τον Μάρτιο.
Επίσης στο LNG τα τελευταία φορτία από το Κατάρ που βρίσκονται καθ’ οδόν θα παραδοθούν έως τις 13 Απριλίου, όπως επεσήμανε η Morgan Stanley. Μετά, οι παραδόσεις σταματούν, ακριβώς επειδή έχει σταματήσει και η παραγωγή…
Το «κακό» σενάριο
Στο πρώτο από τα τρία σενάρια, ακόμη και με άμεση αποκλιμάκωση της κρίσης, το κενό στην προσφορά είναι μπροστά μας. Τα αποθέματα υποχωρούν και οι εναλλακτικές πηγές δεν επαρκούν για να καλύψουν πλήρως τις απώλειες.
Οι ζημιές στις υποδομές της Qatar Energy (κανονικά καλύπτει το 20% της παγκόσμιας τροφοδοσίας LNG) θα χρειαστούν 3-5 χρόνια για να αποκατασταθούν, ενώ οι ΗΠΑ μπορούν να συνεισφέρουν επιπλέον φορτία, όχι όμως σε βαθμό που να αναπληρώσουν το σύνολο της χαμένης δυναμικότητας. Το αποτέλεσμα; Μια εύθραυστη ισορροπία που περιορίζει την εκτίναξη των τιμών, χωρίς να τις επαναφέρει στα προ κρίσης επίπεδα.
Σε αυτό το πιο «ήπιο» από τα σενάρια, οι τιμές κινούνται για άγνωστο χρονικό διάστημα γύρω από τα 50-60 €/MWh - δηλαδή αισθητά υψηλότερα από τα 30-32 €/MWh της προηγούμενης περιόδου. Διατηρούνται αυξημένες κατά 55-60% απ’ ότι πριν το ξέσπασμα του πολέμου.
Το χειρότερο σενάριο
Εδώ ξεκινά το πραγματικό τεστ αντοχών. Συνοψίζεται στη φράση «ακόμη δεν έχουμε δει πραγματικό ράλι τιμών». Εφόσον τα Στενά του Ορμούζ συνεχίσουν να λειτουργούν υπό περιορισμούς, οι ανοδικές πιέσεις θα ενταθούν.
Το κρίσιμο σημείο είναι το καλοκαίρι. Παραδοσιακά, τότε οι ευρωπαϊκές χώρες γεμίζουν τις αποθήκες τους ενόψει χειμώνα. Φέτος μπαίνουν στη διαδικασία με αποθέματα σε χαμηλά 5ετίας - περίπου 28% κατά μέσο όρο - και κυρίως με μειωμένη παγκόσμια προσφορά.
Η πίεση μεταφέρεται στην Ασία, που εξαρτάται έντονα από το LNG του Κόλπου. Και εκεί ακριβώς αρχίζει ο ανταγωνισμός, καθώς η Ευρώπη από τη μια πλευρά και η Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, Ταιβάν από την άλλη θα διεκδικήσουν φέτος το καλοκαίρι τα ίδια φορτία στην αγορά spot, οδηγώντας σε μια άτυπη «δημοπρασία» τιμών. Όσο πιο έντονος ο ανταγωνισμός, τόσο υψηλότερο το κόστος.
Το πρόβλημα περιέγραψε όσο πιο γλαφυρά μπορούσε σε προ ημερών της έκθεση η Morgan Stanley: «Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αισθανθεί αναταράξεις στον εφοδιασμό της, εικόνα που αναμένεται να αλλάξει άμεσα», αναφέρει.
Κατά την αμερικανική τράπεζα, η Ευρώπη θα έχει χάσει, τουλάχιστον έως τα μέσα Ιουνίου περίπου το 9% των συνολικών της εισαγωγών LNG, εξέλιξη που θα οδηγήσει σε αισθητή σύσφιξη της αγοράς και αύξηση τιμών από τα σημερινά 50 €/ MWh.
Ακόμη και χωρίς επιδείνωση των εχθροπραξιών, «βλέπει» το β’ τρίμηνο του έτους τιμές στα 79,8 €/MWh, το γ’ τρίμηνο, δηλαδή το καλοκαίρι, 90,2 €/MW και το δ’ τρίμηνο 88,7 €/MWh. Σημειωτέον ότι πρόσφατα ο επικεφαλής της Aktor, Αλέξανδρος Εξάρχου είχε εκφράσει φόβους για αέριο στα 85 ευρώ το προσεχή χειμώνα.
Το εφιαλτικό σενάριο
Το εφιαλτικό σενάριο στηρίζεται στη παραδοχή ότι αν χτυπηθούν εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής στο Ιράν, τότε εκείνο θα απαντήσει με επιθέσεις στον αγωγό «bypass» της Σαουδικής Αραβίας, που μεταφέρει πετρέλαιο 7 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως ή το ένα τρίτο της παραγωγής της χώρας, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ μέσω των οποίων διέρχονταν καθημερινά 15 εκατ βαρέλια.
Η παρακαμπτήριος οδός είναι ένας από τους λόγους που οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν φτάσει στα υψηλά επίπεδα κρίσης προηγούμενων διαταραχών. Στόλοι δεξαμενόπλοιων έχουν ανακατευθυνθεί εδώ και εβδομάδες στο λιμάνι του Yanbu παραλαμβάνοντας καθημερινά πετρέλαιο, σημαντική σανίδα σωτηρίας για τον παγκόσμιο εφοδιασμό.
Το τελευταίο ωστόσο ιρανικό χτύπημα στις εγκαταστάσεις του Κουβέιτ, εκλαμβάνεται ως προάγγελος για τα παραπάνω και ένα μήνυμα στις απειλές Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα στοχεύσουν ιρανικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και γέφυρες.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τιμές του μαύρου χρυσού που φλερτάρουν ξανά με επίπεδα πάνω από τα 110 δολάρια, παρά το σχέδιο εκεχειρίας που φαίνεται ότι βρίσκεται στο τραπέζι, θα εκτοξευθούν, συμπαρασύροντας μετά από λίγο διάστημα και αυτές του φυσικού αερίου.