«Περί τα μέσα Μαΐου θα έχουμε τα χρήματα από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, καθώς και τις τελικές υπουργικές αποφάσεις που απαιτούνται. Και περί τα μέσα Ιουνίου θα έχουμε πλέον τη δυνατότητα να ανοίξουμε το βιβλίο στο Χρηματιστήριο, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης να έχει ολοκληρωθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εντός του Ιουνίου», σημείωσε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, αναφερόμενος στην επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, μιλώντας σε πάνελ στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Πιο αναλυτικά, ο κ. Μανουσάκης σημείωσε ότι ο Διαχειριστής βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης ενός εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο εξελίσσεται τα τελευταία εννέα χρόνια, έχοντας ήδη επενδύσει 4 δισ. ευρώ χωρίς άντληση κεφαλαίων από τους μετόχους. Τόνισε ότι, προκειμένου να προχωρήσουν τα επόμενα μεγάλα έργα — όπως η διασύνδεση των Δωδεκανήσων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου με την ηπειρωτική χώρα, καθώς και η δεύτερη διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, που θα τριπλασιάσει την εξαγωγική ικανότητα — απαιτείται κεφάλαιο ύψους 1 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΑΜΚ αποτελεί σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς το ελληνικό Δημόσιο θα καλύψει το 51% της αύξησης, η State Grid Corporation of China το 24%, ενώ το υπόλοιπο 25% (250 εκατ. ευρώ) θα αντληθεί από την αγορά μέσω του Χρηματιστηρίου. Η διαδικασία, όπως είπε, προχωρά με ταχείς ρυθμούς, με τα απαραίτητα κεφάλαια από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις να αναμένονται έως τα μέσα Μαΐου, ενώ έως τα μέσα Ιουνίου προβλέπεται να ανοίξει το βιβλίο προσφορών, με στόχο την ολοκλήρωση της ΑΜΚ εντός του ίδιου μήνα.
Όπως ανέφερε, η ΑΜΚ, σε συνδυασμό με χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκούς πόρους, όπως το Ταμείο Απανθρακοποίησης, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Modernisation Fund, καθώς και με τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, είναι κρίσιμη για τη συνέχιση του επενδυτικού προγράμματος και για την αποφυγή καθυστερήσεων στις νησιωτικές διασυνδέσεις.
Αναφερόμενος στις ευρύτερες ενεργειακές εξελίξεις, επισήμανε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις ενεργειακής ασφάλειας και ότι, πέρα από την πράσινη μετάβαση, απαιτείται επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας.
Τόνισε ότι, δεδομένου πως η Ευρώπη δεν διαθέτει τους ίδιους ενεργειακούς πόρους με άλλες περιοχές, η ενίσχυση των δικτύων και η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελούν στρατηγική επιλογή για την επίτευξη ενεργειακής αυτονομίας.
Κατέληξε επισημαίνοντας ότι, παρά τον ρόλο που θα συνεχίσει να διαδραματίζει το φυσικό αέριο στο μεταβατικό στάδιο, η ενίσχυση των ηλεκτρικών υποδομών και η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα του ενεργειακού συστήματος.