Την εικόνα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται αλλά δεν καλύπτει την απόσταση που τη χωρίζει από την Ευρώπη σε ένα κρίσιμο τομέα, αυτόν της παραγωγικότητας αναδεικνύει η έκθεση της Κομισιόν για την Ελλάδα.
Πρόκειται για ένα θέμα που έχουν αναδείξει οι επιχειρηματίες με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο που πρόσφατα επεσήμανε ότι «η παραγωγικότητα δεν είναι τεχνικός δείκτης. Είναι εθνικός στόχος. Και δεν έχει καμία σχέση με την εντατικοποίηση της εργασίας. Είναι η δυνατότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, «τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα μεγάλωσε το ΑΕΠ της κυρίως επειδή αυξήθηκε η απασχόληση και μειώθηκε η ανεργία. Αυτό όμως δεν αρκεί πλέον. Με τη δημογραφική πίεση να εντείνεται και τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης της απασχόλησης να περιορίζονται, η παραγωγικότητα γίνεται ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, καλύτερων μισθών και ουσιαστικής σύγκλισης με την Ευρώπη».
Η έκθεση της Κομισιόν επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ, παρότι έχει αρχίσει πρόσφατα να ανακάμπτει ελαφρά. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα κατέγραψε τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η Επιτροπή αποδίδει τη χαμηλή παραγωγικότητα σε ένα μείγμα διαρθρωτικών παραγόντων: το μεγάλο μερίδιο κλάδων χαμηλής προστιθέμενης αξίας στην οικονομία, τα επίμονα κενά δεξιοτήτων, τη φυγή ταλέντων (brain drain) και τις κακές συνθήκες εργασίας.
Η δια βίου μάθηση
Στο μέτωπο της δια βίου μάθησης, η εικόνα είναι ακόμη ανησυχητική. Ο Δείκτης Δεξιοτήτων του Cedefop για το 2024 κατέταξε την Ελλάδα 30ή στις 31 χώρες ως προς την αντιστοίχιση δεξιοτήτων (skills matching), 28η ως προς την ανάπτυξη δεξιοτήτων και 27η ως προς την ενεργοποίησή τους. Η συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση παραμένει διαχρονικά χαμηλή, διευρύνοντας τα κενά — και στις ψηφιακές δεξιότητες.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή, το 80% των εταιρειών αναφέρει την έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού ως εμπόδιο στις επενδύσεις.
Το χαμένο μισό: Γυναίκες και ευάλωτες ομάδες
Η αδυναμία αξιοποίησης του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού αποτυπώνεται στο έμφυλο χάσμα απασχόλησης, που παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ: 17,4 ποσοστιαίες μονάδες στα τέλη του 2025, έναντι 9,6 μονάδων στην Ένωση. Οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να είναι μακροχρόνια άνεργες ή εκτός εργατικού δυναμικού — εν μέρει εξαιτίας των περιορισμένων υπηρεσιών φροντίδας για παιδιά προσχολικής ηλικίας και άλλα εξαρτώμενα μέλη.
Αδήλωτη εργασία και χαμηλοί μισθοί
Στην ποιότητα της απασχόλησης, η έκθεση εντοπίζει υψηλή συχνότητα αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας — πρόβλημα που επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με την ψηφιακή κάρτα εργασίας. Η κυριαρχία του τουρισμού και άλλων υπηρεσιών σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά χαμηλόμισθων στην ΕΕ και σχετικά υψηλό μερίδιο άτυπων μορφών απασχόλησης, όπως η εποχική εργασία.
Στην έκθεση σημειώνεται μάλιστα ότι σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι με προσωρινές συμβάσεις δεν επιθυμούν να εργάζονται με αυτό το καθεστώς.
Πάνω από όλα αυτά πλανάται η δημογραφική απειλή. Σύμφωνα με την έκθεση, ο πληθυσμός σε εργάσιμη ηλικία προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου το ένα τρίτο έως το 2070. Οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού είναι ήδη ορατές — ιδίως στον τουρισμό και τις κατασκευές — και απαιτούν διεύρυνση του εργατικού δυναμικού μέσω στοχευμένων προγραμμάτων ενεργοποίησης, καλύτερης πρόσβασης σε δομές φροντίδας και ευέλικτων μορφών εργασίας.
*Δείτε την έκθεση της Κομισιόν για την Ελλάδα, στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".