Προσγειώθηκε 31% κάτω από το 2009 η αγοραστική δύναμη των μισθών

Η ανάκαμψη των αποδοχών δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος, με τον πληθωρισμό να εξανεμίζει μεγάλο μέρος των αυξήσεων. Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.

Προσγειώθηκε 31% κάτω από το 2009 η αγοραστική δύναμη των μισθών

Παρά τη βελτίωση βασικών δεικτών της αγοράς εργασίας και τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Η μελέτη καταγράφει ότι το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% σε σχέση με το 2024 και κατά 19,7% έναντι του 2019. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση αυτή, εξακολουθεί να υπολείπεται κατά 12% του επιπέδου του 2009, ενώ παραμένει χαμηλότερος ακόμη και από το επίπεδο του 2012, χρονιά κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε βαθιά ύφεση.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα σε πραγματικούς όρους. Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός ανήλθε το 2025 στα 14.998 ευρώ, καταγράφοντας οριακή αύξηση 1,3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει μειωμένος κατά 31% συγκριτικά με το 2009 και ουσιαστικά αμετάβλητος σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με την έκθεση, το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η μεταμνημονιακή ανάπτυξη και η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών.

Ιδιαίτερα έντονη αποτυπώνεται η επίδραση της πληθωριστικής κρίσης. Το 2025 ο πραγματικός μισθός ήταν κατά 1,3% χαμηλότερος σε σχέση με το 2021, δηλαδή το έτος έναρξης του κύματος ανατιμήσεων, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αυξήσεις των αποδοχών δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν πλήρως την άνοδο του κόστους ζωής.

Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η εξέλιξη του ωρομισθίου. Το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο στο σύνολο της οικονομίας διαμορφώθηκε το 2025 στα 9,6 ευρώ, ωστόσο σε πραγματικούς όρους αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% του επιπέδου του 2009. Η αύξηση σε σχέση με το 2019 περιορίζεται μόλις στο 2%, στοιχείο που αναδεικνύει τη στασιμότητα της αγοραστικής δύναμης.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η υποχώρηση των πραγματικών αμοιβών δεν αφορά μόνο το σύνολο της οικονομίας αλλά διατρέχει σχεδόν όλους τους βασικούς κλάδους. Στη μεταποίηση υψηλής και μεσαίας προς υψηλή τεχνολογία, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 παρέμενε χαμηλότερο κατά 2,1% σε σχέση με το 2009, παρά την αύξηση των ονομαστικών αμοιβών. Στη μεταποίηση χαμηλής και μεσαίας προς χαμηλή τεχνολογία η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη, με το πραγματικό ωρομίσθιο να εμφανίζεται μειωμένο κατά 25,1% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.

Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται και στον τομέα των υπηρεσιών. Στις υπηρεσίες έντασης γνώσης, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 ήταν μειωμένο κατά 42,4% έναντι του 2009, ενώ στις υπηρεσίες χαμηλότερης έντασης γνώσης η αντίστοιχη μείωση έφτασε το 31,3%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τους κλάδους της εκπαίδευσης και της υγείας, όπου απασχολείται σημαντικό ποσοστό γυναικών. Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2024 στα 10,8 ευρώ, από 17,2 ευρώ το 2009, ενώ στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας περιορίστηκε στα 8 ευρώ από 12,5 ευρώ πριν από δεκαπέντε χρόνια. Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει διαρκώς αυξανόμενη υστέρηση έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και για τους κλάδους υψηλής εξειδίκευσης. Στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2025 στα 17,2 ευρώ, παραμένοντας αισθητά χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009, ενώ στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες καταγράφεται ουσιαστική στασιμότητα σε πραγματικούς όρους, την ώρα που οι αμοιβές στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στους κλάδους εμπορίου, μεταφορών, αποθήκευσης, καταλυμάτων και εστίασης, όπου απασχολείται σχεδόν ο μισός πληθυσμός των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών. Το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2025 στα 6,4 ευρώ, ελαφρώς υψηλότερα από το 2019, αλλά σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2009. Σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), το ελληνικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 64% του αντίστοιχου των βαλκανικών χωρών και στο 63,6% των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όταν το 2009 υπερείχε έναντι των συγκεκριμένων οικονομιών.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ εκτιμά ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις, οι οποίες προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση. Αντίθετα, προτείνει μόνιμες παρεμβάσεις, όπως η διεύρυνση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η αναμόρφωση του μηχανισμού καθορισμού του κατώτατου μισθού, η περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της μισθωτής εργασίας και η αντιμετώπιση στρεβλώσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ουσιαστική αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων προϋποθέτει βαθύτερο μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στη δημιουργία ποιοτικών και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο