Για μετά τις εθνικές εκλογές της άνοιξης, μετατίθενται τα «καυτά» ζητήματα της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής πληρωμής των ενοικίων και της λειτουργίας του Μητρώου Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), όχι μόνο λόγω των τεχνικών προβλημάτων που υφίστανται αλλά και την ταλαιπωρία που θα προκαλούσε για 7 εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων η λειτουργία του νέου «εργαλείου».
Η πληρωμή των ενοικίων μέσω του τραπεζικού συστήματος θα καταστεί υποχρεωτική την 1/7/2027 «προκειμένου να ολοκληρωθεί το σύστημα διασταύρωσης των σχετικών δεδομένων με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών αλλά και να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές να προσαρμοστούν ομαλά στη νέα διαδικασία», όπως πληροφορεί η ΑΑΔΕ.
Νέα παράταση παίρνει και το ΜΙΔΑ, εξέλιξη η οποία δεν είναι άσχετη με τις τεχνικές αστοχίες, τις αναντιστοιχίες μεταξύ των διαφορετικών βάσεων δεδομένων, τα προβλήματα στις διασυνδέσεις.
Αρμόδιες πηγές, πάντως, τονίζουν, ότι η μετάθεση δεν συνδέεται με εγκατάλειψη του σχεδιασμού, αλλά με την ανάγκη να δοθεί επιπλέον χρόνος ώστε να κλείσουν τα τεχνικά μέτωπα πριν από το οριστικό άνοιγμα της πλατφόρμας.
Η επιλογή να μεταφερθεί η πλήρης εφαρμογή για μετά τις εκλογές, όπως συνέβη και με την υποχρεωτική πληρωμή των ενοικίων, μέσω τραπεζών, δεν είναι άσχετη και με την μακρά προεκλογική περίοδο στην οποία ήδη έχει εισέλθει η χώρα, υποστηρίζουν πηγές.
Πρόκειται για ένα σύστημα που θα υποχρεώσει εκατομμύρια ιδιοκτήτες να ελέγξουν την περιουσιακή τους κατάσταση και να διορθώσουν αποκλίσεις σε ΑΤΑΚ, ΚΑΕΚ, τετραγωνικά, χρήσεις και μισθώσεις. Δηλαδή, θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο κύμα αιτημάτων, διορθώσεων και ταλαιπωρίας σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή.
Το νέο «φρένο» έρχεται έπειτα από διαδοχικές μετακινήσεις του αρχικού χρονοδιαγράμματος. Το ΜΙΔΑ είχε σχεδιαστεί να τεθεί σε λειτουργία μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με την ενεργοποίησή του να μετατίθεται στη συνέχεια για τον Ιούνιο και ακολούθως για τον Ιούλιο.
Στην πορεία, ο σχεδιασμός προέβλεπε σταδιακή έναρξη της εφαρμογής από τον Αύγουστο και ολοκλήρωση της πρώτης φάσης έως τον Οκτώβριο. Ωστόσο, τα προβλήματα που ανέκυψαν στις διασυνδέσεις των πληροφοριακών συστημάτων και στην αντιστοίχιση των δεδομένων δεν επέτρεψαν να τηρηθεί ούτε αυτό το χρονοδιάγραμμα, οδηγώντας σε νέα αναβολή της πλήρους εφαρμογής.