Η προοπτική μιας πρώτης ερευνητικής γεώτρησης τους πρώτους μήνες του 2027, με τη συμμετοχή της Energean, της HELLENiQ ENERGY και της ExxonMobil, αλλά και η έναρξη σεισμικών ερευνών από τη Chevron πριν από το τέλος του 2026 από το Ιόνιο έως την Κρήτη, σηματοδοτούν, σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, την επιτάχυνση της προσπάθειας της Ελλάδας να διερευνήσει τον υποθαλάσσιο ενεργειακό της πλούτο.
Σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Παπασταύρου υπογραμμίζει ότι, παρά το ιδιαίτερα απαιτητικό χρονοδιάγραμμα, τα ορόσημα που έχουν τεθεί τηρούνται. Όπως σημειώνει, η κοινοπραξία που προχωρά προς την ερευνητική γεώτρηση εκτιμά την -υψηλή για αυτού του είδους τη δραστηριότητα- πιθανότητα επιτυχίας στο 15-16%, ενώ έχει προβλέψει δυνητική ποσότητα φυσικού αερίου της τάξης των 270 δισ. κυβικών μέτρων. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι μόνο η γεώτρηση μπορεί να δείξει εάν πρόκειται πράγματι για εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα.
Εφόσον υπάρξει θετικό αποτέλεσμα, ο υπουργός εκτιμά ότι οι συνέπειες θα υπερβαίνουν κατά πολύ το συγκεκριμένο οικόπεδο: θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σημαντικά δημόσια έσοδα, αλλά και να ανοίξει ο δρόμος για περαιτέρω έρευνες σε ευρύτερες ελληνικές θαλάσσιες περιοχές.
Παράλληλα, μια πιθανή παραγωγή φυσικού αερίου από την Ελλάδα θα ενίσχυε, όπως επισημαίνει, την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και θα αναβάθμιζε τη γεωπολιτική και ενεργειακή σημασία της χώρας σε Αν. Μεσόγειο και Βαλκάνια.
Ο κ. Παπασταύρου επιμένει, πάντως, στην ανάγκη «συγκρατημένης αισιοδοξίας», τονίζοντας ότι στον τομέα των υδρογονανθράκων χρειάζονται θεσμική σοβαρότητα, συνέπεια στα χρονοδιαγράμματα και διακομματική προσέγγιση, χωρίς πρόωρους πανηγυρισμούς.
Ως προς το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, ο κ. Παπασταύρου διευκρινίζει ότι «τα δημοσιεύματα περί αλλαγής της όδευσης του GSI είναι απολύτως ανακριβή», καταρρίπτοντας φήμες για υποτιθέμενο ανασχεδιασμό πορείας του καλωδίου.