Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τελεσίγραφο φυγής από βιομηχάνους

Τελεσίγραφο στην κυβέρνηση και συγκεκριμένα στον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας για μεταφορά των παραγωγικών εγκαταστάσεων που διατηρούν στην Ελλάδα σε άλλες χώρες δίνουν οι πολυεθνικές.

  • της Αλεξάνδρας Γκίτση
Τελεσίγραφο φυγής από βιομηχάνους
Τελεσίγραφο στην κυβέρνηση, και συγκεκριμένα στον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, για μεταφορά των παραγωγικών εγκαταστάσεων που διατηρούν στην Ελλάδα σε άλλες χώρες, εφόσον συνεχιστεί το κλίμα "εκφοβισμού", όπως το χαρακτηρίζουν από την πλευρά του υπουργείου, δίνουν οι πολυεθνικές και όχι μόνο εταιρίες οι οποίες έχουν και παραγωγική βάση στην Ελλάδα.

Μετά το κύμα φυγής αρκετών εμπορικών επιχειρήσεων από τη χώρα από τότε όπου ξεκίνησε η οικονομική κρίση, η μία μετά την άλλη στέλνει το δικό της μήνυμα προς το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αφενός ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για μείωση των τιμών και αφετέρου πως η διατήρηση της παρουσίας τους παραγωγικά στη χώρα τους στοιχίζει… ακριβά.

Αυτό το κόστος, πέρα από την υψηλή φορολογία, έγκειται και στο γεγονός ότι λόγω και της ύφεσης η κατανάλωση έχει πέσει δραματικά, με αποτέλεσμα τα εργοστάσια να μη δουλεύουν στο 100% της δυναμικότητάς τους. Με αποτέλεσμα το κόστος ανά μονάδα προϊόντος να αυξάνει σημαντικά, όταν όπως υποστηρίζουν παράγοντες της αγοράς θα μπορούσαν να εισάγουν τα εν λόγω προϊόντα από άλλα εργοστάσια του ομίλου και να διατηρούν στην Ελλάδα μια εμπορική δραστηριότητα.

Εκτός όμως από αυτούς που σκέφτονται να αναζητήσουν σε άλλη χώρα παραγωγική στέγη, υπάρχουν και οι επιχειρήσεις -η πλειονότητα- οι οποίες έχουν κατεβάσει ταχύτητα σε ό,τι αφορά τα επενδυτικά τους πλάνα ή δεν έχουν εκπονήσει ακόμη το business plan για την επόμενη τριετία.

Την ίδια ώρα, βαθαίνει η κόντρα μεταξύ των επιχειρήσεων και του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με αφορμή τις εξαγγελίες του υπουργού για μειώσεις τιμών μέχρι τα Χριστούγεννα. Αυτές τις μειώσεις τιμών, όπως έχουν ήδη βγει και έχουν πει αρκετοί παίκτες της αγοράς, αδυνατούν να τις κάνουν διότι αφενός δεν έχουν τα περιθώρια και αφετέρου στην Ελλάδα αρκετά προϊόντα τους πωλούνται σε χαμηλότερες τιμές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.

Με αφορμή τη μάχη των τιμών και το καλάθι της νοικοκυράς, εκπρόσωποι της βιομηχανίας, του λιανεμπορίου αλλά και των εμπορικών επιχειρήσεων έχουν επαναφέρει στο τραπέζι την υψηλή φορολογία (ΦΠΑ, ΕΦΚ, φόροι υπέρ τρίτων κ.λπ.), η οποία έχει επιβαρύνει τις τελικές τιμές. Αυτή η εξέλιξη, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, έχει οδηγήσει σε καθίζηση τη ζήτηση ακόμη και σε έναν κλάδο, του λιανεμπορίου τροφίμων, που είναι από τους πλέον αμυντικούς.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που έφεραν πρόσφατα στελέχη της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας για την τιμή πώλησης μιας μπίρας Amstel (κουτάκι) στην Ελλάδα και στην Ισπανία. Σύμφωνα με τους ίδιους, η προ φόρων τιμή στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη απ’ ό,τι στην Ισπανία, ενώ μετά τους φόρους ξεπερνά κατά πολύ αυτήν στην οποία πωλείται το συγκεκριμένο προϊόν στην Ισπανία.

Την ίδια ώρα, πάντως, αρκετοί εκπρόσωποι του παραγωγικού ιστού της χώρας καλούν τον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, να αναζητήσει την άκρη του νήματος στη διαμόρφωση των τιμών στο ράφι στις "ληστρικές", όπως τις χαρακτηρίζουν, παροχές που απαιτεί το λιανεμπόριο από τη βιομηχανία.

Σύμφωνα με τους ίδιους, για μια θέση στο ράφι θα πρέπει να δώσουν στο σούπερ μάρκετ παροχές - εκπτώσεις, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη και το 50% και τις οποίες, όπως αναφέρουν, δεν απολαμβάνει ποτέ ή σχεδόν ποτέ ο καταναλωτής.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος επανέλαβε για μία ακόμα φορά ότι πρέπει να βλέπουμε συνολικά τα έξοδα του καταναλωτή, μεγάλο μέρος των οποίων καθορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος (κλειστά επαγγέλματα, φόροι, υπηρεσίες όπου δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός, φόροι υπέρ τρίτων). Για να συμπληρώσει με έμφαση: "Δεν μπορώ να λύσω με το επιχειρηματικό μου μυαλό την εξίσωση πώς μια επιχείρηση με κέρδη 5% θα μπορούσε να έχει μείωση τιμών 30%".

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, σε ό,τι αφορά τις τιμές καταναλωτή, η σωρευτική αύξησή τους στα διατροφικά είδη και στα μη αλκοολούχα ποτά την περίοδο 2003 - 2009 είναι από τις χαμηλότερες ανάμεσα σε άλλα αγαθά και υπηρεσίες (16,3%) αλλά και της αντίστοιχης του ΓΔΤΚ (19,3%). Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2010, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά μειώθηκε κατά 1,4%, όταν στο σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών καταγράφεται άνοδος τιμών σε ποσοστό 3,9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2009.

Επιπλέον, την περίοδο Ιανουαρίου - Αυγούστου 2010, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, οι τιμές στο σύνολο των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών έχουν σημειώσει πτώση 0,7%, ενώ σημαντικές κατηγορίες έχουν καταγράψει μείωση στις τιμές τους: τα γαλακτοκομικά και αβγά (1%), τα λίπη και έλαια (2%), τα φρούτα (7,8%) και τα νωπά λαχανικά (4%). Πτώση το ίδιο διάστημα σημειώνουν και οι τιμές στα μη αλκοολούχα ποτά (0,9%).

Επιπλέον, την ίδια περίοδο, ο δείκτης τιμών της κατηγορίας δημητριακά και παρασκευάσματα, ο οποίος παρουσίαζε τον υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες τροφίμων το διάστημα 2004 - 2009, σημειώνει οριακή άνοδο. Οι μεταβολές αυτές έρχονται σε αντιδιαστολή με την αύξηση 4,4% του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή για την περίοδο Ιανουαρίου - Αυγούστου 2010, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αύξηση του συγκεκριμένου δείκτη δεν προέρχεται από τον κλάδο των τροφίμων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο