Με ταχύτατους ρυθμούς προχωρεί το επενδυτικό πρόγραμμα του ομίλου Τιτάν καθώς -εκτός των άλλων- μόνο μέσα στους τελευταίους δύο μήνες, η εισηγμένη τσιμεντοβιομηχανία έχει ανακοινώσει «δύο συν μία» μεγάλες εξαγορές, πέρα από μια ευρεία σειρά κινήσεων μικρότερου μεγέθους που έχουν λάβει χώρα κατά το τελευταίο εξάμηνο.
Ειδικότερα, η χθεσινή ανακοίνωση για εξαγορά της αμερικανικής Keystone Cement στις ΗΠΑ (έναντι 310 εκατ. δολαρίων), έρχεται να προστεθεί σε αυτή της 11ης Δεκεμβρίου για την απόκτηση της τουρκικής Tracim (190 εκατ. δολάρια) και σε εκείνη του Νοεμβρίου του 2025 για αποκλειστικές συζητήσεις με στόχο την απόκτηση της Vracs de l’ Estuaire στη βόρεια Γαλλία (δεν ανακοινώθηκε ενδεχόμενο τίμημα).
To Euro2day.gr είχε ενημερώσει από το Νοέμβριο για το τί θα ακολουθούσε, καθώς σύμφωνα με το πενταετές business plan της Τιτάν 2025-2029 το καθαρό χρέος του ομίλου θα έχει αυξηθεί κατά 1,2 έως 1,7 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2029. Αυτό σημαίνει ότι οι συνολικές επενδύσεις των επόμενων ετών θα είναι κατά πολύ υψηλότερες καθώς στο ποσό του 1,2-1,7 δισ. ευρώ, θα προστεθούν και οι -πολύ σημαντικού ύψους- λειτουργικές ταμειακές ροές που θα προκύψουν κατά την περίοδο 2026-2029 (το EBITDA από τα 580 εκατ. του 2024 προβλέπεται να εκτιναχθεί στο ένα δισ. ευρώ το 2029).
Σύμφωνα με γνωστό αναλυτή, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους ο όμιλος Τιτάν έχει εντείνει και επιταχύνει το επενδυτικό του πρόγραμμα.
- Πρώτον, γιατί διαθέτει άριστη ρευστότητα (καθαρός δανεισμός μόλις στα 302 εκατ. ευρώ στις 30/9/2025) σε μια περίοδο όπου παράγει πολύ υψηλές λειτουργικές ταμειακές ροές (π.χ. το EBITDA του 2024 διαμορφώθηκε στα 580 εκατ. ευρώ) και επιπλέον υπάρχει δυνατότητα χρηματοδότησης με χαμηλό επιτοκιακό κόστος.
- Δεύτερον, επειδή κάθε deal έχει το δικό του αναπτυξιακό αφήγημα. Για παράδειγμα η εξαγορά της Keystone όχι μόνο επεκτείνει τη γεωγραφική παρουσία του ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά επιπλέον γίνεται σε μια χώρα όπου προβλέπεται συνέχιση των υψηλών κρατικών επενδυτικών προγραμμάτων και που ενδεχομένως να επιβάλει στο μέλλον και άλλα εμπόδια στις εισαγωγές. Η απόκτηση της τσιμεντοβιομηχανίας στην Τουρκία, όχι μόνο διευρύνει τις δυνατότητες εξαγωγών στις ΗΠΑ, αλλά θα μπορούσε να εξυπηρετήσει μελλοντικά και ανάγκες γεωγραφικών περιοχών που έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές (π.χ. Ουκρανία, Γάζα).
- Και τρίτον, επειδή μέσα από τις κινήσεις των εξαγορών δημιουργούνται ισχυρές οικονομίες κλίμακας σε τομείς στους οποίους η εισηγμένη τσιμεντοβιομηχανία έχει δώσει έμφαση -μέσα και από την υλοποίηση υψηλών επενδύσεων- κατά τα τελευταία χρόνια: Ψηφιοποίηση των εργασιών, τεχνολογίες για μείωση του κόστους παραγωγής, χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και καινοτομία στην παραγωγή νέων προϊόντων. Είναι προφανές ότι οι επενδύσεις σε αυτά τα μέτωπα που έχουν ήδη αρχίσει να αποφέρουν καρπούς και συνεχίζονται με υψηλούς ρυθμούς θα μπορούν να μεταφερθούν και να αποδώσουν στο σύνολο των παραγωγικών μονάδων του εισηγμένου ομίλου.
Με βάση την τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία της εισηγμένης (γύρω στα 4,27 δισ. ευρώ) και την πρόβλεψη του business plan για καθαρά κέρδη μεταξύ 390 και 470 εκατ. ευρώ το 2029, το P/E της μετοχής με βάση την προβλεπόμενη επίδοση του 2029 κυμαίνεται μεταξύ του 9,1 και του 10,9.