Η ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας, όπως αυτή έχει επιβεβαιωθεί σε όλες τις κρίσεις, αλλά και η στιβαρότητα του ισολογισμού της Τράπεζας Κύπρου αποτελούν, σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας, ασπίδα έναντι των τωρινών γεωστρατηγικών κινδύνων που έχουν προκύψει στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.
«Η τράπεζα διαθέτει ισχυρές γραμμές άμυνας σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας και είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε κι αυτή την πρόκληση», τόνισε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των δημοσιογράφων ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Πανίκος Νικολάου.
Οι δύο βασικές προτεραιότητες που θέτει η διοίκηση της τράπεζας είναι: αφενός η σταθερή αύξηση της κερδοφορίας που θα επιτρέψει αφενός την αντιμετώπιση οποιαδήποτε κραδασμών, αφετέρου η σταθερή και ελκυστική επιβράβευση των μετόχων. Το payout ratio θα φθάσει φέτος το 90% και στο 100% την επόμενη διετία.
Δεύτερον, το χτίσιμο πλεονάζοντος κεφαλαίου αλλά και την ορθή διαχείριση των πιστωτικών κινδύνων, η οποία αποτελεί το κλειδί, σύμφωνα με τον κ. Νικολάου για την ανθεκτικότητα της τράπεζας. «Δεν θα θυσιάσουμε την πειθαρχία στην τιμολόγηση των δανείων», πρόσθεσε.
Οργανικά αλλά και M&As
Το πλεονάζων κεφάλαιο της τράπεζας ανέρχεται στα 625 εκατ. ευρώ. Η στρατηγική της για την επόμενη 3ετία προβλέπει την οργανική ανάπτυξη των εργασιών της τόσο στα δάνεια (αύξηση 5% το 2026 και 4% το 2027 και 2028, ετησίως) όσο και στο cross selling αυξάνοντας τα προϊόντα ανά πελάτη, τακτική που αυξάνει τα έσοδα από προμήθειες. Σήμερα η τράπεζα πουλά κατά μέσο όρο 4 προϊόντα ανά πελάτη.
Μέρος του πλεονάζοντος κεφαλαίου θα αξιοποιηθεί και για εξαγορές στους τομείς των ασφαλειών, του asset management και του Fintech. «Υπάρχει ευελιξία για να προχωρήσουμε σε πιθανές, επιλεκτικές και μικρές εξαγορές. Αρκεί να έχουν λογική και να ευθυγραμμίζονται με το πειθαρχημένο προφίλ της τράπεζας», τόνισε ο κ. Νικολάου και πρόσθεσε πως τα πιθανά M&As αφορούν τόσο την Κύπρο όσο και την Ελλάδα.
Ο ανταγωνισμός
Ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου επεσήμανε: «ανησυχώ περισσότερο για τον ανταγωνισμό από τις neobanks, παρά από αυτόν των παραδοσιακών πιστωτικών ιδρυμάτων». Η τράπεζα αναμένεται να προχωρήσει σε περαιτέρω επενδύσεις στην τεχνολογία και το ΑΙ προκειμένου να ανταγωνιστεί τις νέες τάσεις της τραπεζικής. Οι επενδύσεις στην τεχνολογία ανέρχονται στα 240 εκατ. ευρώ, 80 εκατ. ευρώ ετησίως τα επόμενα έτη.
Όσον αφορά τον ανταγωνισμό από τις ελληνικές τράπεζες που έχουν πάρει θέση στην κυπριακή τραπεζική αγορά, η διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου τόνισε την ηγετική θέση του πιστωτικού ιδρύματος με 670.000 πελάτες (στο 1 εκατ. πληθυσμό) αλλά όπως είπε ο κ. Νικολάου «κι εμείς μπορούμε να ανταγωνιστούμε».
Η κάλυψη ρίσκου
«Το περίπου 50% των αναλυτών της αγοράς εκτιμά ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα η ΕΚΤ να προχωρήσει, υπό τα νέα δεδομένα των πληθωριστικών πιέσεων, σε μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης των επιτοκίων εντός του 2026», τόνισε η CFO της Τράπεζας Κύπρου Ελίζα Λειβαδιώτου. «Όλα είναι δυναμικά ωστόσο είμαστε καλά τοποθετημένοι έναντι κινδύνων. Για κάθε 25 μονάδες βάσης αύξησης του επιτοκίου η επιβάρυνση διαμορφώνεται στα 16 εκατ. ευρώ», πρόσθεσε.
Με λειτουργικά κέρδη 612 εκατ. ευρώ έναντι προβλέψεων 63 εκατ. ευρώ, η τράπεζα εμφανίζει, επίσης, σημαντικό περιθώριο απορρόφησης πιθανής επιδείνωσης της ποιότητας του χαρτοφυλακίου. Ακόμη και αν το κόστος κινδύνου αυξηθεί αισθητά, η υφιστάμενη κερδοφορία μπορεί να το καλύψει χωρίς να διαταραχθεί ουσιαστικά η συνολική επίδοση.
Οι καταθέσεις
Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της τράπεζας αποτελεί η φθηνή καταθετική βάση, η οποία θα παραμείνει στα επίπεδα του του 2025 (22,2 δισ. ευρώ). Το κόστος καταθέσεων αναμένεται να παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερό το 2026 και να αυξηθεί κατά 30 - 35 μονάδες βάσης στη συνέχεια.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, μια μεταβολή κατά 10 μονάδες βάσης στο κόστος καταθέσεων επιφέρει αυξομείωση κατά 22 εκατ. ευρώ στα επιτοκιακά έσοδα.
Τα δάνεια
Το χαρτοφυλάκιο ενήμερων δανείων της τράπεζας αναμένεται να ενισχύεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 4%, από τα 10,87 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025. Το διεθνές χαρτοφυλάκιο θα αυξηθεί με χαμηλότερο ρυθμό από ότι τα προηγούμενα χρόνια, φθάνοντας τα 200 εκατ. ετησίως μέχρι τα τέλη του 2028.
Σύμφωνα με το guidance, τα international loans θα ανέλθουν στα 2 δισ. ευρώ έως το 2028. Βασική αγορά στα international loans αποτελεί για την τράπεζα η Ελλάδα, προς εταιρείες με ισχυρούς και «υγιείς» ισολογισμούς των κλάδων ναυτιλίας, υποδομών, τουρισμού, μεταφορών, τεχνολογίας και ενέργειας.
Ως προς τα syndicated, αναμένεται περιορισμένη συμμετοχή, από τα 0,3 δισ. στα 0,4 δισ. στα τέλη του 2028, κυρίως σε αγορές των ΗΠΑ και της ΕΕ, με έμφαση σε συναλλαγές υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης.