Η εικόνα ενός ισχυρότερου και πιο ανθεκτικού τραπεζικού ομίλου αποτυπώνεται στα βασικά μεγέθη της Τράπεζας Κύπρου για το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης με τις δημοσιοποιήσεις του Πυλώνα 3. Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού, κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας καταγράφουν αισθητή βελτίωση σε σχέση με το 2024, παρά το περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Κομβικό στοιχείο αποτελεί η περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), τα οποία περιορίστηκαν στα €127 εκατ. από €202 εκατ. το 2024. Ως ποσοστό των συνολικών δανείων, ο δείκτης NPE υποχώρησε στο 1,2% έναντι 2,0% ένα χρόνο νωρίτερα, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη εξυγίανση του χαρτοφυλακίου.
Παράλληλα, η κάλυψη των NPEs ενισχύθηκε σημαντικά, φτάνοντας το 139% από 82% το 2024, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ισολογισμού. Το κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε στις 33 μονάδες βάσης, ελαφρώς αυξημένο από τις 30 μονάδες βάσης, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως σε πιο συντηρητικές μακροοικονομικές παραδοχές και την εισαγωγή ESG προσαρμογών.
Ισχυρή παραμένει και η θέση ρευστότητας της τράπεζας. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) ανήλθε στο 321%, σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100% και βελτιωμένος σε σχέση με το 309% του 2024. Αντίστοιχα, ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) ενισχύθηκε στο 171% από 162%, επιβεβαιώνοντας την επάρκεια σταθερών πηγών χρηματοδότησης.
Στο μέτωπο της κεφαλαιακής επάρκειας, ο δείκτης CET1 σε μεταβατική βάση ανήλθε στο 20,96% από 19,16%, ενώ σε πλήρως εφαρμοσμένη βάση διαμορφώθηκε στο 20,61% από 19,14%. Η ενίσχυση αποδίδεται μεταξύ άλλων στην κερδοφορία, στη μείωση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού και στην εφαρμογή του κανονισμού CRR III, ο οποίος είχε θετική επίδραση περίπου 1 ποσοστιαίας μονάδας.
Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίων ανήλθε στο 25,90% από 24,02%, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων. Την ίδια στιγμή, τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού (RWAs) μειώθηκαν στα €10,4 δισ. από €10,8 δισ., κυρίως λόγω χαμηλότερου λειτουργικού κινδύνου και προσαρμογών που συνδέονται με το νέο κανονιστικό πλαίσιο.
Η διοίκηση του ομίλου δίνει έμφαση στη διατήρηση υψηλής ποιότητας νέων χορηγήσεων, με αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και στον περιορισμό των συγκεντρώσεων κινδύνου. Παράλληλα, εφαρμόζονται αυστηρότερα εσωτερικά όρια σε σχέση με το εποπτικό πλαίσιο, με στόχο τη σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών εκθέσεων.