Στη γλώσσα των startups, ο όρος Unicorn περιγράφει τις εταιρείες που ξεπερνούν το ορόσημο της αποτίμησης του 1 δισ. δολαρίων. Στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, ένα αντίστοιχο «unicorn» διαμορφώνεται ήδη στην Κρήτη και τα νησιά, καθώς οι δύο περιοχές πλησιάζουν από κοινού το 1 δισ. ευρώ σε πωλήσεις από το πρώτο 5μηνο κιόλας και πριν ακόμη κορυφωθεί η τουριστική περίοδος.
Συνολικά το πρώτο πεντάμηνο του έτους, σύμφωνα με στοιχεία της NielsenIQ, οι πωλήσεις στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων ξεπέρασαν τα 6,625 δισ. ευρώ, έναντι 6,185 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Δηλαδή σε μόλις πέντε μήνες, η αγορά πρόσθεσε σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ σχεδόν 440 εκατ. ευρώ νέου τζίρου, καταγράφοντας ανάπτυξη 7,1%.
Η επίδοση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα διότι αφορά την περίοδο έως τις 24 Μαΐου, δηλαδή πριν από την έναρξη της τουριστικής σεζόν που παραδοσιακά δίνει σημαντική ώθηση στην κατανάλωση, ειδικά στις νησιωτικές περιοχές.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν βρίσκεται όμως μόνο στο ύψος των πωλήσεων, αλλά στη γεωγραφική κατανομή της ανάπτυξης. Η Κρήτη και τα νησιά καταγράφουν τον υψηλότερο ρυθμό ανόδου πανελλαδικά, με αύξηση πωλήσεων 8,9%, ξεπερνώντας αισθητά τον μέσο όρο της χώρας (+7,1%).
Με βάση τα μερίδια που καταγράφει η NielsenIQ, οι πωλήσεις στα νησιά διαμορφώνονται ήδη κοντά στα 530 εκατ. ευρώ, ενώ στην Κρήτη προσεγγίζουν τα 437 εκατ. ευρώ. Συνολικά, οι δύο περιοχές έχουν δημιουργήσει τζίρο σχεδόν 970 εκατ. ευρώ ή μερίδιο στο σύνολο της κατανάλωσης στο 14,6%.
Στο σύνολο της αγοράς οι κατηγορίες των φρέσκων προϊόντων αναπτύσσονται με ρυθμό 9,9%, ενώ ακόμη και η κατηγορία Bazaar, που περιλαμβάνει μη τρόφιμα, καταγράφει άνοδο 9,4%. Παράλληλα, η αγορά συνεχίζει να στηρίζεται κυρίως στα τρόφιμα και τα ποτά, τα οποία αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό του συνολικού τζίρου, με πωλήσεις που φθάνουν τα 3,6 δισ. ευρώ στο πεντάμηνο.
Την ίδια στιγμή, το ηλεκτρονικό εμπόριο συνεχίζει να κερδίζει έδαφος. Οι online πωλήσεις των μεγάλων αλυσίδων αυξάνονται κατά 20,9% και ξεπερνούν τα 153 εκατ. ευρώ, με το μερίδιό τους να φθάνει πλέον το 3,3% της αγοράς, ενώ το μερίδιο της ιδιωτικής ετικέτας σταθεροποιείται στο 24,3%.
Ταυτόχρονα, η ένταση των προσφορών έχει μειωθεί σημαντικά. Το ποσοστό των FMCGs που πωλούνται υπό προωθητικό καθεστώς έχει πέσει στο 35%, από επίπεδα άνω του 55% τα προηγούμενα χρόνια.