Όπως σημείωσε, οι ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις, η γεωπολιτική αστάθεια και οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και στην περιοχή του Κόλπου επιτείνουν τις κοινωνικές εντάσεις, χωρίς ωστόσο να αποτελούν την πραγματική αιτία τους. Κατά τον ίδιο, αποκαλύπτουν μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.
Το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο βασίστηκε στην προσδοκία ότι κάθε γενιά θα χρηματοδοτεί την προστασία της προηγούμενης, με τη βεβαιότητα ότι η επόμενη θα κάνει το ίδιο. Ωστόσο, η υπογεννητικότητα και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής ανατρέπουν αυτή την ισορροπία. Ενδεικτικά, οι πολίτες ηλικίας άνω των 65 ετών αντιστοιχούσαν στο 16% του πληθυσμού της ΕΕ στις αρχές του αιώνα, ενώ σήμερα το ποσοστό έχει ανέλθει στο 22%.
Ο κ. Καραβίας επισήμανε ότι ο κίνδυνος δεν είναι μόνο δημοσιονομικός, αλλά και κοινωνικός, καθώς οι νεότερες γενιές ενδέχεται να αμφισβητήσουν κατά πόσο το σύστημα εξακολουθεί να τις περιλαμβάνει. Οι πολιτικές στήριξης της οικογένειας είναι αναγκαίες, αλλά δεν μπορούν να αντιστρέψουν άμεσα τη δημογραφική τάση, καθώς ακόμη και μια αύξηση των γεννήσεων θα ενίσχυε το εργατικό δυναμικό έπειτα από περίπου δύο δεκαετίες.
Οι δύο πυλώνες της οικονομικής απάντησης
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Eurobank, η ισχυρότερη οικονομική απάντηση στις δημογραφικές πιέσεις στηρίζεται σε δύο πυλώνες: τη δημοσιονομική σύνεση και την αύξηση της παραγωγικότητας.
Όπως υπογράμμισε, η δημοσιονομική πειθαρχία έχει και κοινωνική διάσταση, καθώς δεν πρέπει να μεταφέρεται πρόσθετο χρέος στις επόμενες γενιές. Παράλληλα, χαρακτήρισε μη παραγωγική τη δημόσια συζήτηση που εξαντλείται στον τρόπο κατανομής του υφιστάμενου πλούτου, χωρίς να κατατίθενται προτάσεις για τη διεύρυνσή του.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την παραγωγικότητα, ώστε λιγότεροι εργαζόμενοι να μπορούν να παράγουν περισσότερο πλούτο. Αυτό, όπως ανέφερε, προϋποθέτει περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις σε τεχνολογία, υποδομές, ενέργεια, εκπαίδευση και δεξιότητες, αλλά και ένα κράτος που διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα με ταχύτερες διαδικασίες, σταθερούς κανόνες και αποτελεσματική δικαιοσύνη.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην έκθεση Ντράγκι, επισημαίνοντας ότι οι προτάσεις της δεν αξιοποιήθηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε. Για την Ελλάδα, σημείωσε ότι οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να προσεγγίσουν το 18,7%, έναντι μόλις 11% το 2019, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις ξεπέρασαν τα 12,5 δισ. ευρώ το 2025, αντιστοιχώντας στο 5% του ΑΕΠ.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο είναι σημαντικό μέρος των κεφαλαίων αυτών να κατευθύνεται σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας.
Ο ρόλος των τραπεζών και οι αλλαγές στο ασφαλιστικό
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σημασία ενός υγιούς, λειτουργικού και κερδοφόρου τραπεζικού συστήματος για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Όπως είπε, η ελληνική οικονομία δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στη σημερινή θέση εάν οι τράπεζες δεν είχαν ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της κρίσης.
Ο ίδιος εξέφρασε την ικανοποίησή του για τον πρωτοποριακό ρόλο της Eurobank στις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες που οδήγησαν στην εξομάλυνση και την ανάπτυξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, σημειώνοντας ότι σήμερα οι ελληνικές τράπεζες είναι σε θέση να χρηματοδοτούν επενδύσεις κάθε μεγέθους, με ορθή αποτίμηση του πιστωτικού κινδύνου.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι ακόμη και με υψηλότερη παραγωγικότητα, η Ευρώπη θα χρειαστεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις για τον χρόνο συνταξιοδότησης, την εξέλιξη των παροχών και τη σχέση δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε θετική την εξέλιξη του θεσμού των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) και των Ομαδικών Ασφαλιστικών Προγραμμάτων Εργασίας (ΟΑΠΕΣ), μέσω της παροχής φορολογικών κινήτρων, ώστε η συνταξιοδοτική κάλυψη να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τον δημόσιο πυλώνα. Στην ίδια κατεύθυνση, όπως ανέφερε, κινείται και η θεσμοθέτηση του κρατικού ατομικού επενδυτικού λογαριασμού για τα παιδιά, του λεγόμενου «Κουμπαρά Νέας Γενιάς».
Κλείνοντας, ο κ. Καραβίας υπογράμμισε ότι η Ευρώπη έχει μπροστά της την επιλογή να ανανεώσει έγκαιρα και συντεταγμένα το κοινωνικό της συμβόλαιο ή να αφήσει τις υφιστάμενες ανισορροπίες να επιβάλουν αργότερα απότομες αλλαγές. Για την Ελλάδα, σημείωσε ότι η θετική διαφοροποίησή της στην παρούσα ευρωπαϊκή συγκυρία αποτελεί ευκαιρία για την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων και τη διατήρηση της οικονομίας σε τροχιά ανάκαμψης, σύγκλισης και διαρκούς βελτίωσης.