Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Κάποτε στου Χατζηφράγκου

Η Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει το έργο του Κοσμά Πολίτη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Φιλίππων. Οι μνήμες της τόσο από την Καβάλα όσο και για το έργο.

  • Real.gr
Κάποτε στου Χατζηφράγκου
Στη γενέτειρά της, την Καβάλα, επιστρέφει κάθε καλοκαίρι η Λυδία Φωτοπούλου και ο λόγος είναι διπλός: «Ο παππούς μου, από εκείνους τους φοβερούς μερακλήδες, είχε πάει με ένα καραβάκι και αγόρασΣε ένα κομμάτι γη πάνω στη θάλασσα.

Κι εκεί έχτισε τη δεκαετία του '30 ένα σπιτάκι. Κι όλοι οι Καβαλιώτες λέγανε "τρελάθηκε, πήγε να χτίσει το σπίτι του στους λύκους". Οπότε η σχέση μου με την Καβάλα είναι πολύ πολύ βαθιά», μας λέει η ηθοποιός απ' το σπιτάκι του παππού της, ενώ προετοιμάζεται για ακόμη μια συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Φιλίππων.

«Από αυτό το σπιτάκι αλλά και την Καβάλα μόνο αναμνήσεις έχω -προσθέτει-, γιατί ενός έτους έφυγα με την οικογένειά μου για τη Θεσσαλονίκη». Θυμάται τις στροφές πίσω από τις οποίες περίμεναν με αδημονία να εμφανιστεί η αμφιθεατρική πόλη.
 
«Μετρούσε ο μπαμπάς μου "ένα, δύο, τρία..." και όταν πρόβαλλε η Καβάλα φωνάζαμε "ααααα"! Ομως, η Καβάλα για μένα ήταν πραγματικά κάτι το παραμυθένιο». Η πόλη, θυμάται σήμερα, ήταν γεμάτη καπναποθήκες και παλιά σπίτια. «Σήμερα μπορείς να την αναγνωρίσεις μόνο στις παλιές συνοικίες. Μύριζαν τα καπνά και τρελαινόμουν από τη μυρωδιά -δεν ξέρω αν σε αυτό οφείλεται το ότι έγινα καπνίστρια», λέει η ηθοποιός.

Στο φετινό 57ο Φεστιβάλ Φιλίππων -το δεύτερο λόγο για τον οποίο τη βρίσκουμε σταθερά στην Καβάλα-, με γενικό τίτλο «Από τα Πεντακόσια στα Χείλια», κλήθηκε από τον Θοδωρή Γκόνη να ερμηνεύσει το έργο του Κοσμά Πολίτη «Στου Χατζηφράγκου». Αύριο Δευτέρα, σε μια γωνιά του κάστρου η Λυδία Φωτοπούλου θα μας μιλήσει, με την απαστράπτουσα, χυμώδη γλώσσα του Πολίτη, για τη Σμύρνη, και δη τη λαϊκή συνοικία Χατζηφράγκου, είκοσι χρόνια πριν από την καταστροφή.

«Ο Γκόνης μού προτείνει πολύ δελεαστικά πράγματα από την πρώτη χρονιά του Φεστιβάλ. Και πάντα επιλέγει πάρα πολύ ωραίους τόπους για να τα παρουσιάσουμε», διαπιστώνει.

Το «Ονειρο στο Κύμα» του Παπαδιαμάντη το ερμήνευσε στο λιμάνι. «Κατέληγε να φεύγουμε κολυμπώντας μέσα από τα νερά». Πέρσι τη σύνθεση από ποιήματα του Καβάφη την παρουσίασε σε ένα παλιό καφενείο της πόλης με λάμπες πετρελαίου. Παλαιότερα τη « Σονάτα του Σεληνόφωτος» την ανέγνωσε στο Φρούριο.

Φέτος, σε ένα άλλο σημείο του, θα αποδώσει το τελευταίο μυθιστόρημα του Πολίτη. «Αυτό το βιβλίο είναι όλη η ζωή αυτών των ανθρώπων στη Σμύρνη και η καταστροφή που ήρθε, αλλά όχι μέσα από την επίσημη ιστορία, αλλά από αφηγήσεις βιωματικές απλών και λαϊκών ανθρώπων. Πραγματικά τρελαίνεσαι διαβάζοντάς το. Στα σχολεία τέτοια βιβλία θα έπρεπε να διδάσκονται αντί για την επίσημη ιστορία, γιατί ακριβώς δείχνουν την επίπτωση που έχει η μεγάλη ιστορία στη ζωή των ανθρώπων».

Ενας γέρος κηπουρός αφηγείται σε ένα δημοσιογράφο, που θέλει να μάθει για τη χαμένη Πολιτεία, τις περιπέτειες που έζησε στη Σμύρνη. Ξεκινάει ενθυμούμενος με ενθουσιασμό και συγκίνηση το σμυρναίικο μπαξέ του, ενώ του δείχνει το ισχνό που έχει σήμερα στην Ελλάδα: μια γλάστρα με ένα βασιλικό και μια άλλη με μια γαριφαλιά.

Ηθοποιός με μεγάλη εμπειρία και στην ανάγνωση πεζών έργων, η Λυδία Φωτοπούλου προσπαθεί να μεσολαβήσει «ανάμεσα στο χαρτί και στον κόσμο. Ενας μεσολαβητής είμαι».

Αναπόφευκτα «είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου παρά ένας ρόλος. Ετσι κι αλλιώς, είναι μια ανδρική αφήγηση με την πολύ ιδιαίτερη γλώσσα του Πολίτη, ο οποίος χρησιμοποιεί όλους τους ιδιωματισμούς της Σμύρνης μαζί με τούρκικες λέξεις που είχαν περάσει και στους Ελληνες».

Είναι το σημείο στο οποίο εντοπίζει τη βασική δυσκολία της απόδοσης του μυθιστορήματος: «Πρέπει να περάσεις άγνωστες λέξεις χωρίς να χαθεί η συνέχεια της αφήγησης. Αν και περισσότερο πρόκειται για την ιστορία ενός παραμυθά. Μόνο που πρόκειται για ένα παραμύθι σοκαριστικό. Ξεκινά από τους ήρεμους χρόνους της ειρήνης και καταλήγει στη μεγάλη πυρκαγιά, οπότε ο αφηγητής έχασε την πέντε μηνών έγκυο γυναίκα του».

Διακρίνει μακρινές συγγένειες μεταξύ Σμύρνης και Καβάλας, δύο πόλεων που έχασαν το χρώμα τους, η πρώτη βιαίως («Η Σμύρνη χάθηκε από μια προδοσία, με υπαίτιους όχι μόνο τους Τούρκους αλλά και τις ξένες δυνάμεις και τους Ελληνες»), η δεύτερη «στο πνεύμα μιας λανθασμένης αντίληψης για την ανάπτυξη, που είχε αποτέλεσμα την αντικατάσταση των παλιών κτισμάτων με πολυκατοικίες».

Πριν από λίγες μέρες ολοκληρώθηκαν στο Φεστιβάλ Αθηνών οι παραστάσεις με τα διηγήματα του Τσέχοφ που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Μόσχος. Το χειμώνα θα ξαναβρίσκεται στο Εθνικό Θέατρο για την παράσταση-θρίαμβο του Νίκου Καραθάνου πάνω στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.
 
Είναι ελάχιστος ο χρόνος που της μένει εκτός θεάτρου. Είναι ωστόσο αρκετός για να παρακολουθήσει την αποτρόπαια επικαιρότητα.
 
«Παρακολουθώ τι συμβαίνει σε σημείο που να παθαίνω κατάθλιψη. Υπάρχει πάρα πολύ αίμα και φτώχεια στον πλανήτη. Ούτε ξέρω πού βαδίζουμε, ούτε ξέρω πού πηγαίνουμε. Κι όποτε πλέον ανοίγω την τηλεόραση ταράζομαι απίστευτα. Αρρωσταίνω! Είναι ο λόγος που πλέον προσπαθώ να μη βλέπω, αλλά μόνο να διαβάζω τις ειδήσεις».

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο