
Βλέποντας να πλήττεται η αξιοπιστία της διεθνώς, αλλά και να ζημιώνει τη χώρα εξαιτίας της αναστάτωσης που προκάλεσε σε διεθνείς αγορές, χρηματιστήρια και στο ευρώ η προφανώς για μικροκομματικές σκοπιμότητες και για εσωτερική κατανάλωση κινδυνολογία της ως προς την ουγγρική οικονομία, η νέα δεξιά κυβέρνηση της Ουγγαρίας του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν αναγκάστηκε σε αναδίπλωσή της και σε στροφή 180 μοιρών.
Τόσο ο εκπρόσωπος του Ορμπάν Πέτερ Σιγιαρτό όσο και ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Μιχάλι Βάργκα αναγκάσθηκαν να ανακαλέσουν προηγούμενες τοποθετήσεις του υπαρχηγού του κυβερνώντος κόμματος Ένωση Νεαρών Δημοκρατών Λάγιος Κόζα που προκάλεσαν τη διεθνή αναστάτωση και να παραδεχτούν πως αυτές υπήρξαν «υπερβολικές» και «άστοχες».
Έτσι, μετά την αναδίπλωση αυτή, δηλώνουν ότι η κατάσταση της ουγγρικής οικονομίας είναι σταθερή και πως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται παραλληλισμός με την ελληνική κρίση, κάτι που είχε δηλώσει ο Λάγιος Κόζα και που, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, είχε αναφέρει πως η χώρα βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας, αλλά και ότι η Ουγγαρία έχει λίγες πιθανότητες να αποφύγει την τύχη της Ελλάδας, ενώ τα οικονομικά της βρίσκονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι αναμενόταν.
Στις αντιδράσεις τους, οικονομικοί αναλυτές καταλόγισαν βαρύτατες ευθύνες στην ηγεσία του κόμματος του πρωθυπουργού και τα λάθη της που οδήγησαν μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο σε αποσταθεροποίηση της χώρας και στην εξασθένηση του φιορίνιου. Οδήγησαν επίσης στη μεγάλη πτώση στο χρηματιστήριο της Βουδαπέστης, αλλά και σε χρηματιστήρια του εξωτερικού, όπως και στη μεγαλύτερη πτώση του ευρώ εδώ και τέσσερα χρόνια, ενώ συγχρόνως υπήρξε ένας κλονισμός της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών.
Ήδη από το Σάββατο κατεγράφησαν οι καθησυχαστικές δηλώσεις του επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις Όλι Ρεν, ο οποίος είχε απορρίψει την κινδυνολογία της ίδιας της ουγγρικής κυβέρνησης για επικείμενη πτώχευση της Ουγγαρίας, τονίζοντας πως η οικονομία της έχει ήδη εισέλθει σε τροχιά ανάκαμψης και απορρίπτοντας ως «παραπλανητικές» τις συγκρίσεις με την Ελλάδα.
Ακόμη και η ιδιαίτερα συντηρητική «Neue Zuericher Zeitung» κατήγγειλε την ουγγρική κυβέρνηση πως δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι έχει τελειώσει πλέον ο προεκλογικός αγώνας και η ίδια έχει ήδη στα χέρια της τις τύχες της χώρας. Η ίδια εφημερίδα καταλογίζει στην κυβέρνηση Ορμπάν πως, παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς της, δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία και αριθμούς για τη δήθεν τεράστια βεβαρημένη κατάσταση της οικονομίας που η ίδια διατείνεται ότι κληρονόμησε από την προηγούμενη σοσιαλιστική κυβέρνηση.
Η εφημερίδα υπενθυμίζει πως ήταν η προηγούμενη (1998-2002) κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπάν που συνέβαλε καθοριστικά στο έλλειμμα άνω του 8,5%, το οποίο η ίδια παρέδωσε τελικά στους Σοσιαλιστές, αποχωρώντας από την εξουσία το 2002, και προσθέτει πως στο νέο κυβερνητικό σχήμα του κόμματός του βρίσκονται σε μεγάλο μέρος τα ίδια πρόσωπα. Αναφέρει ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον πρώην υπουργό Οικονομίας Γκιέργι Ματόλτσι, ο οποίος στη νέα κυβέρνηση είναι επικεφαλής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, στο οποίο έχει ενσωματωθεί το υπουργείο Οικονομικών.
Προσθέτει δε ότι η επιδιωκόμενη από την κυβέρνηση στη Βουδαπέστη απομάκρυνση ολόκληρου του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας εκτιμάται από διεθνείς αναλυτές πως κάθε άλλο παρά βοηθά στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης απέναντι στη Βουδαπέστη.
Είναι γεγονός πως με την πλειοψηφία των δύο τρίτων που απέσπασε στις εκλογές του Απριλίου, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν υπολόγιζε πως θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικές αλλαγές, υλοποιώντας τις προεκλογικές υποσχέσεις του, το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι κατά πόσο πραγματοποιήσιμες μπορούν να είναι αυτές, τη στιγμή που η χώρα αντιμετώπισε πρόσφατα δημοσιονομική κρίση που την είχε φέρει πέρσι στα πρόθυρα χρεοκοπίας.
Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση είχε πλήξει από το τελευταίο τρίμηνο του 2008 πολλαπλά την ουγγρική οικονομία, προς σωτηρία της οποίας είχαν προστρέξει στα τέλη της ίδιας χρονιάς διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ σειρά μαζικών μέτρων αναγκάσθηκε να λάβει η σοσιαλιστική κυβέρνηση της χώρας. Για την εκτόνωση αυτής της κρίσης, η οποία κατέστησε αναγκαία την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο προηγούμενος πρωθυπουργός, ο 41χρονος τεχνοκράτης Γκόρντον Μπαϊνάι, αναλαμβάνοντας πριν ακριβώς ένα χρόνο την κυβέρνηση μειοψηφίας των Σοσιαλιστών, είχε εφαρμόσει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας.
Μεγάλο μέρος του ακριβού τιμήματος που πλήρωσαν οι Σοσιαλιστές στις πρόσφατες εκλογές, τόσο με την απώλεια της εξουσίας όσο και με τη συντριπτική ήττα τους (το ποσοστό τους, μόλις 19,3%, μειώθηκε στο μισό από εκείνο στις εκλογές του 2006) οφείλεται βέβαια στην εφαρμογή αυτού του προγράμματος που, από την άλλη πλευρά, κατά γενική ομολογία διεθνών αναλυτών, είχε επιτυχία, σώζοντας τη χώρα από μια σίγουρη χρεοκοπία.
Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τα δεδομένα αυτά, ο Βίκτορ Ορμπάν θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αναθεωρήσει αρκετές από τις προεκλογικές υποσχέσεις του, οι οποίες χαρακτηρίζονταν πολλές φορές από αρκετή δόση λαϊκισμού, για τον οποίο ο ίδιος επανειλημμένα στο παρελθόν είχε επικριθεί, όχι μόνον από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά και από παρατηρητές τόσο στην Ουγγαρία όσο και στο εξωτερικό.