
Αντιδράσεις από την πλευρά των ανθρώπων της αγοράς έχει προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει τον ΦΠΑ στην εστίαση. Η ΓΣΕΒΕΕ με επιστολή της προς τον Υπουργό Οικονομικών, Ε. Βενιζέλο, ζήτησε να έχει άμεσα μια συνάντηση μαζί του, με κύριο θέμα την αύξηση του ΦΠΑ από 13% σε 23% στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εστίασης.
Η Συνομοσπονδία, σύμφωνα με την επιστολή της επιδιώκει τη συνάντηση προκειμένου να επισημάνει στον υπουργό «πολύ βασικά λάθη που έχουν αποφασιστεί από τον μεσοπρόθεσμο και τον εφαρμοστικό νόμο και που αν δεν ανακληθούν θα δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα στην αγορά και στην οικονομία. Θα οδηγήσουν δε, σίγουρα σε μείωση εσόδων για επιχειρήσεις και Κράτος και όχι σε αύξηση κρατικών εσόδων όπως με εώλους υπολογισμούς προβλέπεται στο μεσοπρόθεσμο. Τελικά δηλαδή δεν θα επιτευχθούν μετά βεβαιότητας ούτε οι στόχοι που τίθενται για τον προϋπολογισμό».
Από τα βασικότερα λάθη σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ είναι η κατάργηση της αφαίρεσης των ασφαλιστικών εισφορών και ιδιαίτερα αυτών του ΟΑΕΕ από το φορολογητέο εισόδημα, ενώ η Συνομοσπονδία τονίζει ότι θα πρέπει να ανακληθεί άμεσα η επιλογή “αυτοκτονίας” που έγινε με την αύξηση κατά 10 μονάδες, δηλαδή 77%, του ΦΠΑ στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εστίασης (από 13% σε 23 %).
''Η ακολουθούμενη πολιτική μετάταξης αρκετών τροφίμων και υπηρεσιών εστίασης, από το 13% στο 23% ΦΠΑ θα οδηγήσει σε περαιτέρω συρρίκνωση του νόμιμου εμπορίου που θα δώσει την θέση του στο παρεμπόριο και το λαθρεμπόριο, που το κράτος δυσκολεύεται σημαντικά να πατάξει''. Αυτό σημειώνει σε ανακοίνωσή του ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά με την οποία διαμαρτύρεται διότι, όπως επισημαίνει, σε ένα μικρό φορολογικά διάστημα, οι καταστηματάρχες, οι επαγγελματίες και οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με την τέταρτη αύξηση του ΦΠΑ, ''που ξεκάθαρα θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη κατανάλωση, το κόστος ζωής, την απασχόληση και τον τουρισμό''.
Οι έμποροι του Πειραιά επαναλαμβάνουν τη θέση τους για ένα απλό, κατανοητό και ρεαλιστικό φορολογικό σύστημα που θα φέρνει έσοδα, και διατυπώνουν τις επιφυλάξεις τους για την σωστή εφαρμογή της σχεδιαζόμενης μετάταξης πολλών ειδών σε άλλη κατηγορία, ''καθώς σε πολλές περιπτώσεις το ίδιο είδος ανάλογα με το πώς διατίθεται, θα έχει διαφορά 10% στον αναλογούντα ΦΠΑ''.
Οι έμποροι του Πειραιά θεωρούν ευνόητο πως θα υπάρξουν παρερμηνείες ''και το από αρχαιοτάτων χρόνων ελληνικό δαιμόνιο θα μετατρέψει άμεσα το πολύπλοκο σε ασάφεια και φυσικά θα επιτρέψει την κατ' εκτίμηση κατάταξη σε κατηγορία ΦΠΑ, γεγονός που θα δημιουργεί αδικίες και αθέμιτο ανταγωνισμό''.
Την αντίθεση της στην αύξηση του ΦΠΑ από 13% σε 23% στον τομέα της εστίασης από 1η Σεπτεμβρίου, εκφράζει η διοίκηση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ).
Με επιστολή που απέστειλε προς τον υπουργό Οικονομικών, Ε. Βενιζέλο και κοινοποίησε προς τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, Π. Οικονόμου, το ΕΕΘ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που θα έχει για την αγορά η αναπροσαρμογή του φορολογικού συντελεστή. «Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, κάθε αύξηση της τάξης του 10% στο κόστος των καταναλωτικών αγαθών ή υπηρεσιών, σημαίνει αυτόματα και απώλεια κατά 15% στο συνολικό αριθμό των πελατών», τόνισε ο πρόεδρος του ΕΕΘ, Μ. Ζορπίδης ενώ εξέφρασε την ανησυχία του και για τις επιπτώσεις που θα έχει η εφαρμογή του μέτρου στους επαγγελματίες.
«Για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια, το ισοζύγιο εγγραφών-διαγραφών μελών στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης είναι αρνητικό για το πρώτο επτάμηνο του 2011. Επιπλέον, οι διαγραφές σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2010, αυξήθηκαν κατά 40% ενώ οι εγγραφές μειώθηκαν κατά 15%», σημείωσε ο κ. Ζορπίδης. Ανάλογες όμως εκτιμά πως θα είναι οι επιπτώσεις και για την ανταγωνιστικότητα του εγχώριου τουριστικού προϊόντος. «Για τους Έλληνες καταναλωτές που τα εισοδήματα τους έχουν μειωθεί δραματικά, καθίσταται απαγορευτική πλέον η προσέγγιση τους στα καταστήματα εστίασης», υπογράμμισε ο κ. Ζορπίδης.
Τέλος, η διοίκηση του ΕΕΘ καλεί την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών να μην προχωρήσει σε αναθεώρηση του ΦΠΑ στο χώρο της εστίασης. «Κατεβείτε και εσείς στην πλευρά των επαγγελματιών. Με λογιστικές πράξεις και στρεβλή εξοικονόμηση πόρων, δεν λύνεται το πρόβλημα. Χρειάζονται ριζοσπαστικά μέτρα και μεθόδευση για την δημιουργία γερών βάσεων. Μέχρι τώρα αντί να δημιουργούνται θεμέλια για την πραγματική οικονομία, διαλύονται και αυτά τα λίγα που υπήρχαν», καταλήγει η επιστολή του ΕΕΘ.