
Ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αναμένεται να συζητηθούν οι αγωγές που έχουν καταθέσει 117 πρώην και συνταξιούχοι βουλευτές και με τις οποίες ζητούν αναδρομικά και εντόκως διαφορές αποδοχών που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, καθώς και αποζημιώσεις για ηθική βλάβη. Μάλιστα, η συζήτηση κάποιων εξ αυτών αναβλήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα για τον ερχόμενο Φεβρουάριο.
Παράλληλα, αγωγές βουλευτών εκκρεμούν και στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, ενώ μεγάλος αριθμός αγωγών έχουν παγώσει στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Οι προσφεύγοντες ζητούν να τους καταβληθούν οι διαφορές των αποδοχών που δεν τους χορηγήθηκαν («παράνομα», όπως υποστηρίζουν), μετά την αύξηση στις αποδοχές των δικαστικών. Σύμφωνα με απόφαση του Μισθοδικείου το 2006 (επί προεδρίας στον Άρειο Πάγο του Ρωμύλου Κεδίκογλου), οι αποδοχές των προέδρων του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξομοιώθηκαν με εκείνες του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, δηλαδή περίπου 9.500 ευρώ (και οι αποδοχές του προέδρου και του αντιπροέδρου αυξήθηκαν αντίστοιχα από 1/5/2000 σε 10.271 και 7.190 ευρώ).
Έπειτα από την απόφαση του Μισθοδικείου, στους δικαστές δόθηκαν αναδρομικά διαφορές από την πενταετία 2000-2005 και βάσει του κανόνα της «πυραμίδας» ανάλογες αυξήσεις δόθηκαν και στην υπόλοιπη δικαστική ιεραρχία. Μάλιστα, πριν την εν λόγω απόφαση του 2006 υπήρξαν άλλες αποφάσεις του ΣτΕ για αυξήσεις στις αποδοχές των δικαστών.
Οι πρώην βουλευτές υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να λάβουν τις διαφορές των αποδοχών τους σε βάθος χρόνου προς τα πίσω και πριν την απόφαση του 2006, αφού προηγουμένως αυτές εξισωθούν με τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ, αφού η συγκεκριμένη εξίσωση στις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών με τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ συμπαρέσυρε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ανάλογες μεταβολές στις βουλευτικές αποζημιώσεις. Όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, οι αποδοχές τους ήταν «ουσιωδώς υποδεέστερες» εκείνων του προέδρου της ΕΕΤΤ.
Στις συγκεκριμένες αγωγές γίνεται αναφορά στα άρθρα 26, 87 και 88 του Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της διάκρισης της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής λειτουργίας, οι οποίες μεταξύ τους είναι ισοδύναμες και ισότιμες. Στην περίπτωση που σε κάποια εκ των τριών χορηγούνται υψηλότερες αποδοχές, σύμφωνα με τους πρώην βουλευτές, παραβιάζεται το Σύνταγμα.
Επομένως, όπως υποστηρίζουν, η διαφορά στις αποδοχές των τριών λειτουργιών δημιουργεί ευθύνη του δημοσίου για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβη που υπέστησαν (άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα), αφού η νομοθετική εξουσία παρέλειψε να θεσπίσει ρύθμιση εξίσωσης των αποδοχών των προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων με αυτές των βουλευτών.
Ανάμεσα σε εκείνους που έχουν προσφύγει δικαστικά περιλαμβάνονται ηχηρά ονόματα, ενώ εκ των 117 οι 62 είναι πρώην βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και οι 52 πρώην βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Το ακριβές ποσό που διεκδικούν δεν μπορεί να προσδιοριστεί, αφού οι διεκδικήσεις εξαρτώνται από τα χρόνια που ο εκάστοτε διετέλεσε βουλευτής. Επί παραδείγματι, βουλευτής με υπηρεσία 37 μηνών διεκδικεί διαφορές βουλευτικής αποζημίωσης 240.196 συν τους τόκους. Πάντως, σχεδόν όλοι όσοι προσέφυγαν ζητούν παράλληλα και χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη λόγω της μη αναπροσαρμογής των αποδοχών τους.
Μάλιστα, τέσσερις εξ αυτών έχουν καταθέσει δύο αγωγές για διαφορετικές βουλευτικές περιόδους. Ωστόσο, δύο πρώην βουλευτές και μία χήρα βουλευτή έχουν παραιτηθεί από τις αγωγές τους.
Από την πλευρά του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έχει κάνει εν μέρει δεκτές δύο από τις αγωγές αυτές, όμως το δημόσιο έχει ήδη εφεσιβάλει την απόφαση. Ακόμη μία προσφυγή έχει απορριφθεί.
Μεγάλος δε αριθμός ανάλογων αγωγών εκκρεμεί ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού το υπουργείο Οικονομικών έχει καταθέσει ενώπιον της Ολομέλειάς του αίτηση αναίρεσης για απόφαση του αρμοδίου Τμήματος, βάσει της οποίας συνταξιούχοι βουλευτές έχουν δικαιωθεί κατά το Ζ’ Ψήφισμα της Βουλής του 1975 που ορίζει πως οι αυξήσεις στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών συμπαρασύρουν και τις βουλευτικές αποδοχές.
Σύμφωνα με τους συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου «η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του ανώτατου δικαστικού λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού επιφέρει αυτοδίκαια την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης».
Λόγω της αντίδρασης του ΥΠΟΙΚ, η Ολομέλεια έχει αναπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα, το οποίο, όμως, δεν έχει προσδιορίσει πότε θα γίνει η εκδίκαση. Η απόφαση που είχε εκδοθεί δικαίωνε έναν τέως βουλευτή του ΠΑΣΟΚ και δύο της ΝΔ, ενώ εκκρεμούν προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του ΕΣ αγωγές κληρονόμων τριών βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και ενός ανεξάρτητου βουλευτή.