Περισσότερα από 4,5 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι είναι η ζημία σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου από τη δράση εγκληματικής οργάνωσης που φέρεται να εξαπατούσε τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω ψευδών δηλώσεων για αγροτικές επιδοτήσεις.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με την αστυνομική επιχείρηση να πραγματοποιείται σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κιλκίς, Αθήνα και Καβάλα. Συνολικά συνελήφθησαν 17 άτομα, ανάμεσά τους και τα έξι φερόμενα ως αρχηγικά στελέχη της οργάνωσης.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 317 κατηγορούμενοι, εκ των οποίων οι 302 φέρονται να εισέπραξαν παράνομα επιδοτήσεις, ενώ 15 υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις που απορρίφθηκαν.
Πώς δρούσε το κύκλωμα
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., τα μέλη της οργάνωσης αξιοποιούσαν την εμπειρία τους στη διαδικασία υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης και εκμεταλλεύονταν κενά στους ελέγχους, δηλώνοντας ψευδώς επιλέξιμα αλλά αδήλωτα αγροτεμάχια σε διάφορες περιοχές της χώρας ως ιδιόκτητα ή μισθωμένα, χωρίς να υπάρχει πραγματική κατοχή ή νόμιμη μίσθωση.
Στις επίμαχες αιτήσεις εμφανίζονταν περισσότεροι από 1.500 πολίτες ως δήθεν εκμισθωτές χωραφιών, παρότι σε πολλές περιπτώσεις δεν είχαν καμία σχέση με τις συγκεκριμένες εκτάσεις ή διέθεταν ακίνητα σε εντελώς διαφορετικές περιοχές.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν προσχηματικές μεταβολές σε δηλώσεις Ε9, όπου αγροτεμάχια εμφανίζονταν προσωρινά ως περιουσιακά στοιχεία και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση».
Από την έρευνα της ΕΛΑΣ προέκυψε επίσης ότι, κατά την υποβολή των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης του 2025, η εγκληματική οργάνωση άλλαξε τη μεθοδολογία της σχετικά με την καταχώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγροτεμαχίων. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιούσε μεγάλο αριθμό διαφορετικών φερόμενων εκμισθωτών ανά αίτηση, το 2025 οι δηλούμενες εκτάσεις καταχωρούνταν είτε ως ιδιόκτητες είτε ως μισθωμένες από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο ήταν συνήθως μέλος ή συγγενής μέλους της οργάνωσης.
Πλαστά μισθωτήρια και λευκές σελίδες
Για να προσδίδεται νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, τα μέλη της οργάνωσης επισύναπταν στο σύστημα λευκές σελίδες, άσχετα έγγραφα, ανυπόγραφα μισθωτήρια και φωτοτυπημένες θεωρήσεις γνησίου υπογραφής.
Για να προσδίδεται νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, τα μέλη της οργάνωσης επισύναπταν στο ηλεκτρονικό σύστημα διάφορα έγγραφα ως δήθεν παραστατικά νομής ή μίσθωσης αγροτεμαχίων. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., εντοπίστηκαν λευκές σελίδες σε 167 περιπτώσεις, τμήματα του Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου σε 136 περιπτώσεις, ανυπόγραφα μισθωτήρια σε 64 περιπτώσεις και μισθωτήρια με εμφανώς φωτοτυπημένη θεώρηση γνησίου υπογραφής σε 41 περιπτώσεις.
Επιπλέον, βρέθηκαν φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων, υπεύθυνες δηλώσεις, ετικέτες πιστοποίησης σπόρων σποράς και άλλα άσχετα έγγραφα, ενώ εντοπίστηκαν ακόμη και συμφωνητικά μίσθωσης που φέρονται να είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο του εκμισθωτή.
Η δομή της εγκληματικής οργάνωσης
Σύμφωνα με την Αστυνομία, η εγκληματική οργάνωση διέθετε σαφή δομή και διακριτούς ρόλους.
Τα φερόμενα ως αρχηγικά μέλη (τέσσερις άντρες- 40, 43, 51 και 33 ετών, και δύο γυναίκες- 40 και 45 ετών), είχαν τον συντονισμό της δράσης, εντόπιζαν τα αγροτεμάχια, οργάνωναν τις ψευδείς αιτήσεις, στρατολογούσαν νέα μέλη και διαχειρίζονταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς, όπου κατέληγαν οι επιδοτήσεις. Στη συνέχεια, μέρος των χρημάτων διακινούνταν μέσω τραπεζικών μεταφορών ή αναλήψεων μετρητών και φέρεται να χρησιμοποιούνταν για αγορές ακινήτων, οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων, με στόχο τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Τα βασικά μέλη παραχωρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς για την πίστωση των παράνομων ενισχύσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις μετρητών, διακινούσαν χρηματικά ποσά προς τα αρχηγικά μέλη και παρακρατούσαν μέρος των ενισχύσεων ως αμοιβή.
Τα λοιπά μέλη - αιτούντες, υπέβαλαν ψευδείς Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης, χρησιμοποιώντας τη δομή και τα μέσα της οργάνωσης, λαμβάνοντας μέρος των παράνομων ενισχύσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό κατέληγε σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει -σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ- το γεγονός ότι τα μέλη της οργάνωσης, σχεδόν στο σύνολό τους, είτε δεν είχαν σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα είτε δεν είχαν καθόλου επιτήδευμα. Από την έρευνα προέκυψε ότι η πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα πολλών εξ αυτών ήταν άσχετη με τον αγροτικό τομέα, καθώς μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν καθαρίστρια, ανειδίκευτοι εργάτες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς, υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και άλλα επαγγέλματα χωρίς σύνδεση με αγροτική παραγωγή.
Η οικονομική έρευνα και οι τραπεζικές κινήσεις
Για τη διακρίβωση του εύρους της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη και σε βάθος οικονομική έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με αξιοποίηση στοιχείων από τραπεζικά ιδρύματα, φορολογικές και διοικητικές βάσεις δεδομένων, καθώς και από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά κι από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ενώ εξετάστηκαν 126 τραπεζικοί λογαριασμοί και 59.307 τραπεζικές κινήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι οι παράνομες ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς αιτούντων μελών και στη συνέχεια μέρος των ποσών αποδιδόταν στα αρχηγικά και βασικά μέλη είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με μετρητά.
Ωστόσο, από το 2022 και μετά, η οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της, καταχωρώντας σε μεγάλο αριθμό αιτήσεων τραπεζικούς λογαριασμούς βασικών ή αρχηγικών μελών, ώστε τα ποσά να πιστώνονται απευθείας σε αυτούς και να περιορίζονται οι εμφανείς τραπεζικές συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων.
Παράλληλα, τα μέλη της εκμεταλλεύονταν τη δυνατότητα μεταβολής των τραπεζικών λογαριασμών πίστωσης των ενισχύσεων κατά τη διάρκεια που το σύστημα υποβολής αιτήσεων παρέμενε ανοιχτό, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά διοικητικός έλεγχος.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι, η οργάνωση εκμεταλλεύτηκε ιδιαιτερότητες στη διαδικασία ελέγχου συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος ως προς την ταυτοποίηση δικαιούχου λογαριασμού, καταχωρώντας λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούσαν πάντοτε στους αιτούντες τις ενισχύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι 27 από τους 32 τραπεζικούς λογαριασμούς που καταχωρήθηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ αιτούντος και δικαιούχου ανήκαν στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα.
Με τη μέθοδο αυτή, τα ποσά των ενισχύσεων «σπάζονταν» σε επιμέρους πληρωμές και κατέληγαν τόσο σε προσωπικούς λογαριασμούς αιτούντων όσο και σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω αναλήψεων μετρητών, προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα ιχνηλάτησης των συναλλαγών και να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους από τα συστήματα εποπτείας τραπεζικών συναλλαγών για την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Κατασχέσεις και δεσμεύσεις
Συνολικά, από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οκτώ σπίτια και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: 302.825 ευρώ, 18 χρυσές λίρες, 12 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, δίκυκλο, πέντε τρακτέρ, αγροτικό μηχάνημα, τραπεζικές κάρτες, 13 κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τάμπλετ, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων, σφραγίδες επιχειρήσεων, πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων και θεωρημένο γνήσιο υπογραφής, πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων, καθώς και πλήθος εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση.
Παράλληλα, κατόπιν σχετικών διατάξεων του αρμόδιου εισαγγελέα, δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσαν τέσσερις εκ των συλληφθέντων, καθώς και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εμπλεκόμενων προσώπων.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ