Η Ελλάδα ανεβαίνει στην τρίτη θέση της κατάταξης της Bank of America για τις μετοχικές αγορές της EEMEA, πίσω μόνο από τη Νότια Αφρική και την Τουρκία, σε μια έκθεση που δείχνει ότι το ελληνικό χρηματιστήριο έχει πλέον περάσει σε πιο ώριμη επενδυτική φάση.
Στην έκθεση The EEMEA Equity Strategist, ο αμερικανικός οίκος διατηρεί εποικοδομητική στάση για τις μετοχές της περιοχής, αλλά ταυτόχρονα στέλνει μήνυμα προσοχής, καθώς οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει σε μεγάλο βαθμό τα θετικά σενάρια, ενώ οι αρνητικοί κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί.
Για την ελληνική αγορά, το βασικό μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η χώρα κατατάσσεται πλέον στην πρώτη τριάδα των αγορών της EEMEA, αντικαθιστώντας την Αίγυπτο, χάρη στον συνδυασμό αποτιμήσεων, μερισμάτων, δυναμικής κερδών και θέσης των διεθνών χαρτοφυλακίων.
Από την άλλη πλευρά, η άνοδος αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι μια αγορά που στηρίζεται αποκλειστικά στην έννοια του φθηνού. Η Bank of America δείχνει ότι η ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς έχει μετακινηθεί περισσότερο προς την ποιότητα, την κερδοφορία και τις διανομές προς τους μετόχους.
Στο ποσοτικό μοντέλο της Bank of America, η Νότια Αφρική διατηρεί την πρώτη θέση με συνολική βαθμολογία 79, η Τουρκία ακολουθεί με 68 και η Ελλάδα έρχεται τρίτη με 60. Ακολουθούν η Πολωνία με 57, η Αίγυπτος με 56 και η Ουγγαρία με 54. Η Ελλάδα λαμβάνει βαθμολογία 70 στις τρέχουσες αποτιμήσεις, 10 στις αποτιμήσεις σε σχέση με το ιστορικό τους, 50 στην αύξηση κερδών, 60 στη δυναμική τιμών και κερδών, 100 στα μερίσματα και 50 στο περιθώριο βελτίωσης από τη θέση των διεθνών αναδυόμενων χαρτοφυλακίων.
Η εικόνα αυτή είναι αποκαλυπτική. Η ελληνική αγορά δεν παίρνει την υψηλή θέση της επειδή εμφανίζεται υποτιμημένη σε όλους τους άξονες. Αντιθέτως, η χαμηλή βαθμολογία στις αποτιμήσεις σε σχέση με το ιστορικό τους δείχνει ότι το re-rating των τελευταίων ετών έχει ήδη αποτυπωθεί σε σημαντικό βαθμό.
Η ισχυρή επίδοση στα μερίσματα, όπου η Ελλάδα λαμβάνει την ανώτατη βαθμολογία, είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί πλέον την αγορά. Αυτό μεταφέρει το κέντρο βάρους από το παλιό επενδυτικό αφήγημα της ανάκαμψης και της σύγκλισης σε ένα νέο αφήγημα, περισσότερο συνδεδεμένο με την παραγωγή κερδών, τις ταμειακές ροές και την επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους.
Σημαντικό είναι και το στοιχείο της θέσης των διεθνών χαρτοφυλακίων. Η Bank of America αναφέρει ότι η Ελλάδα, μαζί με την Ουγγαρία και την Τουρκία, παραμένει μεταξύ των μόνων αγορών της περιοχής με υπέρβαρη στάθμιση στα διεθνή χαρτοφυλάκια αναδυόμενων αγορών. Αντίθετα, η Σαουδική Αραβία παραμένει η βασική υποσταθμισμένη αγορά στην περιοχή και ευρύτερα στις αναδυόμενες αγορές.
Για την Ελλάδα, αυτό έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, επιβεβαιώνει ότι η αγορά έχει ήδη κερδίσει θεσμική αναγνώριση. Από την άλλη, δείχνει ότι το περιθώριο νέων εισροών πρέπει να αξιολογείται πλέον πιο επιλεκτικά και όχι με την απλή παραδοχή ότι η αγορά παραμένει ξεχασμένη από τους ξένους επενδυτές.
Γιατί η ΔEΗ είναι στις κορυφαίες επιλογές
Το ενδιαφέρον της έκθεσης δεν σταματά στη χώρα. Στο εταιρικό σκέλος, η ΔΕΗ είναι η μοναδική ελληνική παρουσία στη λίστα των 20 κορυφαίων μετοχών που προκύπτουν από το ποσοτικό φίλτρο της Bank of America για την EEMEA.
Η Public Power Corporation κατατάσσεται στην εικοστή θέση της λίστας, στον κλάδο των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με συνολική βαθμολογία 64,2. Η παρουσία της στη λίστα έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η πρώτη εικοσάδα κυριαρχείται από εταιρείες της Νότιας Αφρικής, κυρίως από τον κλάδο των πρώτων υλών, καθώς και από εταιρείες της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας.
Για τη ΔEΗ, η Bank of America καταγράφει βαθμολογία 65 στις τρέχουσες αποτιμήσεις, 9 στις αποτιμήσεις σε σχέση με το ιστορικό τους, 91 στην αύξηση κερδών, 59 στη δυναμική τιμών και κερδών, 72 στα μερίσματα και 61,8 στο περιθώριο βελτίωσης από τη θέση των διεθνών χαρτοφυλακίων. Το πιο ισχυρό στοιχείο είναι ξεκάθαρα η αύξηση κερδών, όπου η εταιρεία λαμβάνει βαθμολογία 91. Ακολουθεί η μερισματική εικόνα με 72, στοιχείο που συνδέεται και με τη γενικότερη ισχύ της Ελλάδας στο σκέλος των διανομών.
Η χαμηλή βαθμολογία της ΔEΗ στις αποτιμήσεις σε σχέση με το ιστορικό της, μόλις 9, δείχνει ότι η μετοχή δεν εμφανίζεται φθηνή με βάση το δικό της παρελθόν. Αυτό όμως αντισταθμίζεται από την εκτιμώμενη δυναμική κερδών, το μέρισμα και το περιθώριο περαιτέρω τοποθετήσεων από διεθνή κεφάλαια. Με άλλα λόγια, το ποσοτικό μοντέλο της Bank of America δεν αντιμετωπίζει τη ΔEΗ ως κλασική περίπτωση υποτιμημένης μετοχής, αλλά ως εταιρεία με ισχυρή προοπτική κερδοφορίας και επαρκή συνολική εικόνα ώστε να μπει στην κορυφαία εικοσάδα της περιοχής.
Η διάρθρωση της πρώτης εικοσάδας είναι επίσης χρήσιμη για να γίνει αντιληπτή η βαρύτητα της ελληνικής συμμετοχής. Οι τρεις πρώτες εταιρείες είναι η Sasol Limited από τη Νότια Αφρική, η Northam Platinum επίσης από τη Νότια Αφρική και η Tupras από την Τουρκία. Η λίστα περιλαμβάνει μεγάλες εταιρείες πρώτων υλών και ενέργειας, όπως η Sibanye Stillwater, η Valterra Platinum, η Implats, η Gold Fields, η Aramco και η Saudi Basic Industries, αλλά και χρηματοοικονομικές εταιρείες όπως η Momentum Group, η Remgro, η Sabanci Holding και η Vakif Bank. Σε αυτό το περιβάλλον, η ΔEΗ ξεχωρίζει ως η ελληνική εταιρική αναφορά σε μια λίστα που είναι περισσότερο προσανατολισμένη στις πρώτες ύλες, στην ενέργεια και σε επιλεγμένες χρηματοοικονομικές συμμετοχές.
Η Bank of America επισημαίνει ότι η πρώτη εικοσάδα του φίλτρου της είναι πλέον πιο συγκεντρωμένη σε δέκα νοτιοαφρικανικές εταιρείες, τέσσερις σαουδαραβικές και τρεις τουρκικές. Σε κλαδικό επίπεδο, οι πρώτες ύλες παραμένουν ο πιο αντιπροσωπευτικός κλάδος, ενώ η λίστα είναι συγκεντρωμένη σε έξι συνολικά κλάδους, έναντι οκτώ τον προηγούμενο μήνα. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αξιοσημείωτη την παρουσία της ΔEΗ, καθώς η ελληνική εταιρεία δεν εντάσσεται στο βασικό μοτίβο της λίστας, αλλά εισέρχεται μέσω της δικής της δυναμικής κερδών και μερισμάτων.
Τι δείχνουν τα επιμέρους στοιχεία των αναδυόμενων αγορών
Η έκθεση κάνει και μια ευρύτερη παρατήρηση για τη σύνθεση των εταιρικών φίλτρων. Ενώ η κορυφαία εικοσάδα κυριαρχείται από τη Νότια Αφρική και τον κλάδο των πρώτων υλών, η χαμηλότερη εικοσάδα είναι περισσότερο συγκεντρωμένη στις χρηματοοικονομικές εταιρείες, αν και χωρίς ξεκάθαρη συγκέντρωση σε μία αγορά.
Η Bank of America σημειώνει ότι σχεδόν όλες οι αγορές έχουν κάποια εκπροσώπηση στη χαμηλότερη κατάταξη, αλλά οι χρηματοοικονομικές εταιρείες είναι περισσότερες, με οκτώ συμμετοχές. Η παρατήρηση αυτή είναι σημαντική, καθώς δείχνει ότι το θετικό σήμα για την Ελλάδα δεν προκύπτει από μια γενικευμένη υπεροχή του τραπεζικού κλάδου στην περιοχή, αλλά περισσότερο από το country ranking και από την εταιρική περίπτωση της ΔEΗ.
Στο μακροοικονομικό και επενδυτικό περιβάλλον, η Bank of America παραμένει εποικοδομητική για τις μετοχές της EEMEA, αλλά με σαφή προειδοποίηση να μην κυνηγούν οι επενδυτές τις υπερβολές. Ο οίκος αναφέρει ότι η γεωπολιτική στασιμότητα και οι υψηλές τιμές ενέργειας καθυστερούν τις προσδοκίες για γρήγορη αποκλιμάκωση και αρχίζουν να επηρεάζουν τις ελπίδες της αγοράς για μελλοντική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από τη Fed. Ως αποτέλεσμα, σχεδόν όλες οι αγορές της EEMEA κατέγραψαν ήπιες αλλά σταθερές εκροές τον Μάιο.
Παρά τις εκροές, η Bank of America διατηρεί θετική στάση για την περιοχή, στηρίζοντας την άποψή της στην εκτίμηση για ισοτιμία ευρώ-δολαρίου στο 1,20 στο τέλος του έτους, παράγοντα που θεωρεί δομικά θετικό για τις αναδυόμενες αγορές. Παράλληλα, όμως, τονίζει ότι οι τρέχουσες αποτιμήσεις έχουν ήδη ενσωματώσει σε μεγάλο βαθμό τα καλύτερα σενάρια, ενώ οι αρνητικοί κίνδυνοι παραμένουν ενεργοί. Στο ίδιο πλαίσιο, η ενεργειακή ομάδα της Bank of America εκτιμά ότι το Brent θα παραμείνει πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι έως τις αρχές του 2027, ακόμη και σε περίπτωση γρήγορης αποκλιμάκωσης.