Την επόμενη ημέρα των εκλογών και πρωτίστως το ερώτημα ποια κυβέρνηση μπορεί να προκύψει από την κάλπη, επιμένει να βάζει ψηλά στην ατζέντα του πολιτικού διαλόγου ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το έκανε και στην πρώτη συνέντευξή του μετά τη ΔΕΘ (στην ΕΡΤ), με φόντο ένα διεθνές περιβάλλον που ο ίδιος περιέγραψε ως «ιδιαίτερα ασταθές» και «αχαρτογράφητο», επαναφέροντας με έμφαση το μήνυμα της ανάγκης σταθερής διακυβέρνησης.Όπως διεμήνυσε, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το ποιο κόμμα θα έρθει πρώτο, αλλά κυρίως το αν η χώρα θα διαθέτει κυβέρνηση την επομένη των εκλογών. Υποστήριξε δε ότι αυτό μπορεί να μοιάζει αυτονόητο, δεν είναι όμως δεδομένο, εάν ληφθούν υπόψη οι σημερινοί κομματικοί συσχετισμοί και οι δημόσιες τοποθετήσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μητσοτάκης παρουσίασε την αυτοδύναμη ΝΔ ως τη μόνη, κατά τον ίδιο, ρεαλιστική κυβερνητική πρόταση που υπάρχει σήμερα στο πολιτικό πεδίο. Το επιχείρημά του στηρίζεται κυρίως στην εκτίμηση ότι τα υπόλοιπα κόμματα έχουν αποκλείσει τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ενώ δεν έχουν καταθέσει, όπως είπε, μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση που να μπορεί να οδηγήσει με σαφήνεια σε κυβέρνηση.
Ο πρωθυπουργός απέρριψε την κριτική περί «εκβιαστικού διλήμματος» και τη μετέτρεψε σε ζήτημα πολιτικής πραγματικότητας. «Δεν είναι εκβιαστικό, είναι μια πραγματικότητα», είπε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ΝΔ θα πρέπει να δώσει τη μάχη της με «σεμνότητα». Υπενθύμισε, πάντως, ότι στις εκλογές του 2019 και του 2023 οι δημοσκοπήσεις υποεκτίμησαν το τελικό εκλογικό ποσοστό της ΝΔ, η οποία τελικά εξασφάλισε αυτοδυναμία και στις δύο αναμετρήσεις.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η αναβίωση του διλήμματος που έχει επανειλημμένα διατυπωθεί: «ελπίδα ή περιπέτειες». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να το προσδιορίσει πλέον περισσότερο ως δίλημμα διακυβέρνησης και λιγότερο ως μια απλή αντιπαράθεση μεταξύ κομμάτων. Η σταθερή κυβέρνηση, σύμφωνα με το σκεπτικό του, αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο διεθνών γεωπολιτικών και οικονομικών αναταράξεων, όπου απαιτούνται γρήγορες αποφάσεις και συνέχεια στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων.
Μετεκλογικές συνεργασίες
Ιδιαίτερο βάρος, εξάλλου, έδωσε στο ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών. Υπενθύμισε ότι ο ελληνικός λαός είναι αυτός που θα καθορίσει με την ψήφο του την επόμενη κυβέρνηση και ότι το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες, από την άλλη όμως, υπογράμμισε ότι οι σημερινές τοποθετήσεις των κομμάτων περιορίζουν σημαντικά τα διαθέσιμα σενάρια.
Ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, αναφέρθηκε στις αποφάσεις του συνεδρίου του, με τις οποίες έχει αποκλειστεί η συνεργασία με τη ΝΔ, ενώ για τα κόμματα του Κυριάκου Βελόπουλου και της Αφροδίτης Λατινοπούλου ξεκαθάρισε για μία ακόμα φορά ότι δεν υπάρχει περίπτωση συνεργασίας.
Η ΝΔ επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική συζήτηση στο θέμα της κυβερνησιμότητας και του κινδύνου να μην προκύψει από τις κάλπες καθαρή κυβερνητική λύση.
Το μήνυμα αυτό ήρθε την ίδια ημέρα που δύο νέες δημοσκοπήσεις, της Marc (ΑΝΤ1) και της MRB (ΟΡΕΝ), κατέγραψαν σ γενικές γραμμές την ίδια εικόνα που αποτυπώνεται και στις άλλες έρευνες μετά τη ΔΕΘ. Η Marc δίνει τη ΝΔ στο 31% στην εκτίμηση ψήφου, έναντι 16% της ΕΛ.Α.Σ. και 11,5% του ΠΑΣΟΚ, ενώ η MRB καταγράφει αντίστοιχα 29%, 17,4% και 12,4%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, ωστόσο, ότι οι ίδιες μετρήσεις δεν αποτυπώνουν μια κοινωνία που έχει διαμορφώσει ήδη μια οριστική κυβερνητική επιλογή. Στη Marc, το 27,8% δηλώνει ότι προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ, ενώ 27,1% προκρίνει συνεργασία ΠΑΣΟΚ, ΕΛ.Α.Σ. και μικρότερων αριστερών κομμάτων. Μόλις 9,6% επιλέγει κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ - ΠΑΣΟΚ.
Την ίδια ώρα, η MRB καταγράφει υψηλή αδιευκρίνιστη ψήφο, στο 18%, στοιχείο που καταδεικνύει τη ρευστότητα της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας.
Στο επίπεδο της αξιολόγησης των μέτρων της ΔΕΘ, η MRB καταγράφει ότι το 30% θεωρεί αποτελεσματικές τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, ενώ η Marc καταγράφει θετική ή μάλλον θετική αποτίμηση των εξαγγελιών του πρωθυπουργού από το 38,4% των ερωτηθέντων.