Οι βρετανικές επιχειρήσεις δέχθηκαν το 2016 230.000 κυβερνοεπιθέσεις η καθεμία κατά μέσο όρο, σύμφωνα με στοιχεία του παρόχου διαδικτυακών υπηρεσιών Beaming.
Σε ανάρτησή της αυτή την εβδομάδα, η πάροχος ανέφερε ακόμη ότι σημειώθηκε μια άνοδος 310% στον αριθμό των επιθέσεων που εστιάζουν στο «ίντερνετ των πραγμάτων» και τις συνδεδεμένες συσκευές, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους.
«Υπάρχουν πολλά περισσότερα στοιχεία που εμπλέκονται στο κυβερνοέγκλημα, σε σύγκριση με πριν από ένα χρόνο», διευκρίνισε η Sonia Blizzard, επικεφαλής στην Beaming. «(Οι εγκληματίες) κάνουν πιο εκλεπτυσμένες επιθέσεις κατά των βρετανικών επιχειρήσεων και καλύπτουν τα ίχνη τους προσεκτικά», πρόσθεσε.
Το πρόβλημα με τα χάκινγκς σε εταιρίες –ιδιαίτερα σε μικρές επιχειρήσεις- γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Το 2015, η βρετανική κυβέρνηση δήλωσε πως το 60% των μικρών επιχειρήσεων της χώρας δέχθηκε κυβερνοεπιθέσεις το 2014, με τις πιο σοβαρές παραβιάσεις να κοστίζουν μεταξύ 65.000 και 115.000 στερλίνες.
«Η κυβερνοαπειλή είναι πραγματική και μεγαλώνει», συμπλήρωσε η Blizzard.
«Οποιαδήποτε επιχείρηση συνδέεται στο ίντερνετ χρειάζεται να αναλάβει την ευθύνη της κυβερνοασφάλειάς της, σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου, και να διασφαλίσει ότι κάνει ό,τι μπορεί για να μην εκθέσει τους ανθρώπους της, τα περιουσιακά στοιχεία και τους εταίρους της σε μεγαλύτερο κίνδυνο», ανέφερε η ειδικός.
«Μια μέτρια επένδυση σε firewalls επόμενης γενιάς, σε ενοποιημένες συσκευές διαχείρισης απειλών και εντοπισμού εισβολών, έχει μεγάλη σημασία για τις περισσότερες επιχειρήσεις σήμερα», σημείωσε.