Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ινδίας που ανακοινώθηκε χθες (27/1), δεν είναι μόνο ένα εμπορικό «πακέτο» τύπου FTA. Στο ίδιο καλάθι μπήκε και ένα ξεχωριστό –αλλά αλληλένδετο– σκέλος για την κινητικότητα ανθρώπων, το οποίο στην ουσία λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα σε μια οικονομική συμφωνία και στις πραγματικές ανάγκες των δύο πλευρών: η Ευρώπη αναζητά δεξιότητες σε τομείς με ελλείψεις και η Ινδία πιέζει για πιο καθαρές και προβλέψιμες διαδρομές για φοιτητές, νέους επαγγελματίες και ειδικευμένους εργαζόμενους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η κινητικότητα δεν παρουσιάζεται ως μία ενιαία «μεγάλη πόρτα» που ανοίγει αυτομάτως, αλλά ως διπλό εργαλείο. Από τη μία, υπάρχει ένα πλαίσιο συνεργασίας για κινητικότητα/δεξιότητες (ξεχωριστή συμφωνία) με στόχο να απλοποιήσει την πρόσβαση σε ευκαιρίες και πληροφορίες, ακόμη και μέσω ενός «one-stop hub» στην Ινδία, που θα λειτουργεί σαν κόμβος ενημέρωσης για νόμιμες διαδρομές προς την Ε.Ε.
Από την άλλη, μέσα στην ίδια την εμπορική συμφωνία περνούν προβλέψεις για επαγγελματική κινητικότητα, δηλαδή πιο «στρωμένο» δρόμο για προσωρινές μετακινήσεις που συνδέονται με υπηρεσίες και επιχειρηματική δραστηριότητα.
Τι αλλάζει στην πράξη, τι δεν αλλάζει, και τι έπεται
Στο πρακτικό πεδίο, οι ρυθμίσεις της FTA στοχεύουν κυρίως σε business mobility: στελέχη που μετακινούνται ενδοεταιρικά, business visitors, αλλά και πιο ειδικές κατηγορίες όπως contractual service suppliers και independent professionals σε συγκεκριμένους κλάδους.
Σημαντικό «σήμα» για τις επιχειρήσεις είναι ότι γίνεται αναφορά και σε διευκολύνσεις για οικογένειες/εξαρτώμενα μέλη ενδοεταιρικά μετακινούμενων στελεχών, ενώ στο φόντο μπαίνουν και συζητήσεις για κοινωνική ασφάλιση (social security agreements) και πλαίσιο που στηρίζει φοιτητική κινητικότητα και δυνατότητες μετά τις σπουδές.
Εξίσου κρίσιμο όμως είναι το «τι δεν είναι»: δεν μιλάμε για ελεύθερη κυκλοφορία τύπου Ε.Ε., ούτε για αυτόματη πρόσβαση στη Σένγκεν. Η έκδοση αδειών παραμένει στον πυρήνα των ευρωπαϊκών κανόνων και -συχνά- των εθνικών διαδικασιών των κρατών-μελών. Η λογική είναι διευκόλυνση και προβλεψιμότητα, όχι κατάργηση των φίλτρων.
Και τέλος, υπάρχει το πολιτικό/θεσμικό χρονοδιάγραμμα: παρά τη «γλώσσα υπογραφής», ακολουθούν νομικός έλεγχος, τεχνική οριστικοποίηση και κυρώσεις. Με άλλα λόγια, το mobility deal ξεκινά ως ισχυρή εξαγγελία, αλλά η πραγματική του αξία θα κριθεί στο πώς θα μεταφραστεί σε εφαρμόσιμους κανόνες -και στο πόσο γρήγορα θα περάσει από τα κοινοβουλευτικά και διοικητικά φίλτρα και στις δύο πλευρές.