Οι εξαγωγές της Κίνας αυξήθηκαν κατά 21,8% σε ετήσια βάση σε όρους δολαρίου τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, θέτοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε τροχιά για ακόμη μία χρονιά ιστορικών εμπορικών πλεονασμάτων.
Η επίδοση ήταν πολύ ισχυρότερη από τις προβλέψεις των αναλυτών, καθώς η διάμεση εκτίμηση σε δημοσκόπηση του Reuters έκανε λόγο για αύξηση μόλις 7,1%, ενώ τον Δεκέμβριο η άνοδος είχε διαμορφωθεί στο 6,6%.
Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 19,8%, σημαντικά υψηλότερα από την πρόβλεψη για 6,3% και από την αύξηση 5,7% του Δεκεμβρίου.
Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας για το πρώτο δίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο επίπεδο-ρεκόρ των 213,6 δισ. δολαρίων, αυξημένο κατά 25,3% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση: αυξήθηκαν κατά 27,8% το πρώτο δίμηνο του έτους.
Η άνοδος ήταν ακόμη μεγαλύτερη σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης:
- Γερμανία: +31,3%
- Γαλλία: +31,9%
- Ιταλία: +36,4%
- Ολλανδία: +17,9%
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η Ευρώπη αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μοχλούς της ισχυρής εξαγωγικής επίδοσης της Κίνας στις αρχές του 2026. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή ενισχύει και τις ανησυχίες ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και βιομηχανιών ότι μια αυξανόμενη ροή φθηνών κινεζικών προϊόντων ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις στις τοπικές βιομηχανίες.
Σε αντίθεση με την ισχυρή άνοδο προς την Ευρώπη, οι κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 11%, ενώ οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ υποχώρησαν κατά 26,7%. Η εξέλιξη αυτή έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, σε μια περίοδο που οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών παραμένουν τεταμένες.
Ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ, πάντως, δεν κατάφερε να περιορίσει το κινεζικό πλεόνασμα, το οποίο έφτασε πέρυσι το ιστορικό επίπεδο των 1,2 τρισ. δολαρίων. Παράλληλα, οικονομολόγοι σημειώνουν ότι σημαντικό μέρος των κινεζικών εξαγωγών προς τη Νοτιοανατολική Ασία καταλήγει τελικά στις ΗΠΑ, καθώς οι εταιρείες προσπαθούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στους αμερικανικούς δασμούς.