AXIA-Alpha Finance: Νέες τιμές-στόχοι στις τράπεζες, ανθεκτικός ο κλάδος

Σύσταση buy για όλες τις μετοχές του κλάδου. Πόσο επηρεάζεται η κερδοφορία στο βασικό και πόσο στο δυσμενές σενάριο. Τα έσοδα από τόκους στην περίπτωση που αυξηθούν τα επιτόκια.

AXIA-Alpha Finance: Νέες τιμές-στόχοι στις τράπεζες, ανθεκτικός ο κλάδος

Σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων, το βασικό ερώτημα για τον τραπεζικό κλάδο είναι κατά πόσο το ισχυρό επενδυτικό αφήγημα των τελευταίων ετών μπορεί να διατηρηθεί. Η απάντηση των αναλυτών της AXIA-Alpha Finance είναι ότι ακόμη και σε ένα πιο δυσμενές μακροοικονομικό σενάριο, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.

Ειδικότερα, για τη Eurobank η τιμή-στόχος αυξάνεται στα €4,50 από €4,10 προηγουμένως, με τη σύσταση να παραμένει «αγορά» και είναι μία από τις δύο κορυφαίες επιλογές. Η αναθεώρηση αυτή αντανακλά κυρίως τις υψηλότερες εκτιμήσεις κερδοφορίας και τη διατήρηση ισχυρών προοπτικών για διανομές, με τη μετοχή να εμφανίζει περιθώριο ανόδου της τάξης του 42%.

Ανάλογη είναι η εικόνα και για την Εθνική Τράπεζα, όπου η τιμή-στόχος ανεβαίνει στα €14,50 από €13,40, με την AXIA-Alpha Finance να προχωρά και σε αναβάθμιση της σύστασης σε «αγορά» από «ουδέτερη». Η κίνηση αυτή συνδέεται κυρίως με τη βελτιωμένη ορατότητα ως προς τη χρήση του πλεονάζοντος κεφαλαίου και την ενίσχυση του αφηγήματος γύρω από τις αποδόσεις προς τους μετόχους. Το περιθώριο ανόδου εκτιμάται στο 24%.

Για την Τράπεζα Πειραιώς, η νέα τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα €8,50 από €8,10, με τη σύσταση να διατηρείται σε «αγορά». Η αναθεώρηση είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες τράπεζες, ωστόσο συνεχίζει να αντανακλά τις θετικές προοπτικές κερδοφορίας και την ελκυστική αποτίμηση, με το περιθώριο ανόδου να διαμορφώνεται κοντά στο 27%.

Στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου, η τιμή-στόχος παραμένει αμετάβλητη στα €10,90, με τη σύσταση «αγορά» να διατηρείται και τη μετοχή να είναι η έτερη κορυφαία επιλογή. Παρά την απουσία αναθεώρησης, η μετοχή εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικό περιθώριο ανόδου, της τάξης του 35%, με τους αναλυτές να τη θεωρούν μία από τις πιο ελκυστικές επιλογές του κλάδου λόγω υψηλών αποδόσεων και σταθερής κερδοφορίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναβάθμιση της Εθνικής Τράπεζας, η οποία σηματοδοτεί τη μετατόπιση του επενδυτικού story από τη φάση της κεφαλαιακής ενίσχυσης σε εκείνη της αξιοποίησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου, μέσω αυξημένων διανομών ή και πιθανών στρατηγικών κινήσεων.

Τι δείχνει το stress test για τις τράπεζες και πώς διαφοροποιούνται οι τράπεζες

Η ανάλυση «stress test» που συνοδεύει τα επιχειρηματικά πλάνα 2026-2028 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κερδοφορία του κλάδου δεν εκτροχιάζεται, παρά τις πιέσεις σε βασικές γραμμές αποτελεσμάτων. Αντιθέτως, παραμένει σε επίπεδα που εξακολουθούν να στηρίζουν τις αποτιμήσεις και κυρίως τη δυνατότητα υψηλών διανομών προς τους μετόχους.

Κομβικός παράγοντας για αυτή την ανθεκτικότητα είναι η συμπεριφορά των καθαρών επιτοκιακών εσόδων. Σε ένα σενάριο υψηλότερων επιτοκίων, η επίδραση στο NII εκτιμάται ότι θα είναι θετική, κυρίως λόγω της χαμηλής ελαστικότητας του κόστους καταθέσεων.

Με απλά λόγια, οι τράπεζες δεν μετακυλίουν πλήρως τις αυξήσεις επιτοκίων στους καταθέτες, διατηρώντας έτσι υψηλά περιθώρια. Αυτό δημιουργεί ένα «μαξιλάρι» που αντισταθμίζει τις πιέσεις σε άλλες πηγές εσόδων.

Ωστόσο, αυτή η δυναμική δεν είναι μόνιμη. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι από το 2028 και μετά, καθώς τα επιτόκια ομαλοποιούνται και η πιστωτική επέκταση επιβραδύνεται, το θετικό αποτέλεσμα στο NII αρχίζει να εξασθενεί.

Αντίθετα με το NII, οι υπόλοιπες βασικές γραμμές αποτελεσμάτων εμφανίζουν επιδείνωση στο δυσμενές σενάριο. Οι προμήθειες αναμένεται να κινηθούν χαμηλότερα, λόγω ασθενέστερης οικονομικής δραστηριότητας, ενώ η πιστωτική επέκταση περιορίζεται αισθητά.

Παράλληλα, το κόστος κινδύνου αυξάνεται, αντανακλώντας πιθανή επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού, ενώ και τα λειτουργικά έξοδα κινούνται υψηλότερα, κυρίως λόγω πληθωριστικών πιέσεων και επενδύσεων σε τεχνολογία.

Το αποτέλεσμα είναι μια συνολική επιβάρυνση της κερδοφορίας κατά περίπου 12% κατά μέσο όρο για την περίοδο, σε σχέση με το βασικό σενάριο. Σε όρους αποδοτικότητας, αυτό μεταφράζεται σε μείωση της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά περίπου 165 μονάδες βάσης.

Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ακόμη και μετά από αυτή την επιδείνωση, το RoTE παραμένει κοντά στη ζώνη του 15%, επίπεδο που εξακολουθεί να θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρό για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο.

Ίσως το πιο σημαντικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας δεν διαταράσσονται. Οι δείκτες CET1 παραμένουν άνετα πάνω από τα ελάχιστα εποπτικά όρια, ακόμη και στο δυσμενές σενάριο.

Αυτό έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, διασφαλίζει τη σταθερότητα του συστήματος. Από την άλλη, διατηρεί ανοιχτό το περιθώριο για υψηλές διανομές προς τους μετόχους, είτε μέσω μερισμάτων είτε μέσω επαναγορών μετοχών.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι αποδόσεις προς τους μετόχους θα παραμείνουν σε υψηλά μονοψήφια επίπεδα, στοιχείο που συνεχίζει να διαφοροποιεί θετικά τις ελληνικές τράπεζες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε επίπεδο αποτίμησης, το δυσμενές σενάριο οδηγεί σε μείωση των εύλογων αξιών κατά περίπου 11% κατά μέσο όρο. Πρόκειται για μια υποχώρηση που, αν και σημαντική, δεν αναιρεί το συνολικό επενδυτικό case. Αντιθέτως, σε συνδυασμό με τη διόρθωση των τιμών στο ταμπλό, μπορεί να δημιουργεί εκ νέου ελκυστικά σημεία εισόδου για επενδυτές με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζών, η Τράπεζα Κύπρου εμφανίζεται ως η λιγότερο εκτεθειμένη στο αρνητικό σενάριο. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: τις πιο συντηρητικές παραδοχές για την πιστωτική επέκταση και τη μεγαλύτερη ευαισθησία του ισολογισμού της στα επιτόκια, που λειτουργεί υπέρ της σε περιβάλλον αυξημένων αποδόσεων. Για τις ελληνικές τράπεζες, η επίδραση εκτιμάται ότι είναι σε γενικές γραμμές ομοιόμορφη, χωρίς μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των παικτών.

Οι αναλυτές υπενθυμίζουν ότι η πρόσφατη εμπειρία επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα του κλάδου. Την περίοδο 2023-2024, όταν τα επιτόκια αυξήθηκαν για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν σημαντική ενίσχυση της κερδοφορίας τους, με πολλές να εμφανίζουν RoTE σε επίπεδα άνω του 17%-18%. Αυτό το ιστορικό προηγούμενο ενισχύει την άποψη ότι το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών παραμένει ευαίσθητο αλλά και ευνοημένο από το επιτοκιακό περιβάλλον.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο