Με λιγότερο από 48 ώρες να απομένουν έως τη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 30 Απριλίου, το τοπίο εντός του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένει θολό, με τους αξιωματούχους να αποφεύγουν οποιαδήποτε σαφή δέσμευση για την πορεία των επιτοκίων, την ώρα που οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν σύσφιξη μέσα στο καλοκαίρι.
Η βασική γραμμή των επενδυτών, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία της LSEG, είναι ότι η ΕΚΤ θα κρατήσει στάση αναμονής σε αυτή τη συνεδρίαση, πριν κινηθεί προς αύξηση τον Ιούνιο. Συνολικά, οι αγορές «βλέπουν» το βασικό επιτόκιο να φτάνει τουλάχιστον στο 2,5% έως το τέλος του έτους, ενσωματώνοντας αυξήσεις της τάξης των 50 μονάδων βάσης ή και περισσότερο.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη σχετική βεβαιότητα των αγορών, οι δηλώσεις των κεντρικών τραπεζιτών καταδεικνύουν μια πολύ πιο εύθραυστη ισορροπία. Μιλώντας στο CNBC, ο επικεφαλής της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, περιέγραψε ένα περιβάλλον «πολύ ασαφές και νεφελώδες», σημειώνοντας ότι η ΕΚΤ κινείται «μεταξύ του βασικού και του δυσμενούς σεναρίου». Οι εξελίξεις, όπως τόνισε, μεταβάλλονται καθημερινά, καθιστώντας δύσκολη οποιαδήποτε πρόβλεψη για την επόμενη κίνηση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ειδικότερα οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με τον Νάγκελ να χαρακτηρίζει τα Στενά του Χουρμούζ «αχίλλειο πτέρνα της παγκόσμιας οικονομίας». Οποιαδήποτε διαταραχή στις ροές πετρελαίου θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, ανατρέποντας τις τρέχουσες εκτιμήσεις και περιορίζοντας τα περιθώρια της ΕΚΤ για αναμονή.
Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική «meeting-by-meeting» όπως είπε η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ στο περιθώριο της συνεδρίασης του ΔΝΤ, επανέρχεται δυναμικά.
«Η νομισματική πολιτική δεν πρέπει να αποκλείει τίποτα», υπογράμμισε ο Νάγκελ, αφήνοντας ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο αιφνιδιαστικών κινήσεων, εφόσον τα δεδομένα το επιβάλουν.
Ανάλογη στάση τηρεί και ο Λετονός κεντρικός τραπεζίτης Μάρτιν Κάζακς, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν με βάση τα τελευταία στοιχεία. Αν και οι αγορές προεξοφλούν δύο αυξήσεις επιτοκίων, ξεκινώντας από τον Ιούνιο, ο ίδιος απέφυγε να δώσει σαφές σήμα, περιοριζόμενος στο «θα δούμε».
Ο Κάζακς έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φύση των διαδοχικών κρίσεων, περιγράφοντας την τρέχουσα συγκυρία ως ένα «layer cake» σοκ – από την πανδημία έως τον πόλεμο στην Ουκρανία – τα οποία αλληλεπιδρούν και δημιουργούν μη γραμμικές (linear) επιπτώσεις. Οι λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις, όπως σημείωσε, είναι αυτές που θα καθορίσουν εάν και πότε θα χρειαστεί αντίδραση από την ΕΚΤ.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ακόμη και μια προσωρινή υπέρβαση του στόχου πληθωρισμού μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της πολιτικής, προκειμένου να διατηρηθεί η αξιοπιστία της τράπεζας. Η μη αντίδραση, όπως έχει επισημάνει, ενέχει τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης των προσδοκιών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες της ΕΚΤ, που βρέθηκαν στην εαρινή σύνοδο του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ουάσιγκτον, κατάφεραν ουσιαστικά να αποφύγουν την πίεση των δημοσιογράφων, καθώς η παρουσία τους συνέπεσε με την περίοδο σιωπής (blackout period) πριν από τη συνεδρίαση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξουν νέες κατευθυντήριες δηλώσεις την πιο κρίσιμη χρονική στιγμή για τις αγορές, ενισχύοντας περαιτέρω την αβεβαιότητα.
Πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις διαφαίνεται μια βαθύτερη μετατόπιση της στρατηγικής της ΕΚΤ. Σύμφωνα με τον επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Κάρστεν Μπρέσζκι, η Κεντρική Τράπεζα έχει επιστρέψει σε μια λογική «οδήγησης με ορατότητα», εγκαταλείποντας τις πιο σαφείς δεσμεύσεις για την πορεία των επιτοκίων.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από την αλλαγή στον τρόπο επικοινωνίας. Η παραδοσιακή «forward guidance» που ξεκίνησε επί εποχής Τρισέ και συνεχίστηκε επί εποχής Ντράγκι έχει ουσιαστικά υποχωρήσει, με τους αξιωματούχους να υιοθετούν μια πιο ευέλικτη «reaction function», που αφήνει ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις αγορές, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία για την ίδια την ΕΚΤ.
Στην πράξη, η εξίσωση που καλείται να λύσει η Φρανκφούρτη γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός δείχνει τάσεις σταθεροποίησης κοντά στο 2%, από την άλλη όμως οι ενεργειακές τιμές και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν σαφείς ανοδικούς κινδύνους.
Παράλληλα, η ανάπτυξη σε βασικές οικονομίες της Ευρωζώνης παραμένει υποτονική, περιορίζοντας τα περιθώρια για επιθετικές κινήσεις. Η ING εκτιμά ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να προχωρήσει σε μια «ασφαλή» αύξηση επιτοκίων τους επόμενους μήνες, εφόσον οι πιέσεις από την ενέργεια περάσουν στην πραγματική οικονομία. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση ενέχει τον κίνδυνο να εκληφθεί ως πολιτικό λάθος, ιδιαίτερα αν η οικονομική επιβράδυνση ενταθεί.
Το βασικό συμπέρασμα ενόψει της συνεδρίασης είναι ότι η ΕΚΤ δύσκολα θα δώσει καθαρά σήματα. Αντίθετα, θα επιδιώξει να διατηρήσει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία, σε ένα περιβάλλον όπου οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι ενεργειακές ροές αποκτούν καθοριστικό ρόλο για τη νομισματική πολιτική.
Τί συμβαίνει με την Κριστίν Λαγκάρντ
Παράλληλα με τις αποφάσεις για τα επιτόκια, στο παρασκήνιο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξελίσσεται μια πιο πολιτική -και δυνητικά εκρηκτική- συζήτηση: το μέλλον της Λαγκάρντ και το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησής της.
Διεθνή μέσα, μεταξύ των οποίων Reuters και Financial Times, έχουν ήδη ανοίξει τη συζήτηση για πιθανή έξοδο της πριν από το 2027, σε μια χρονική συγκυρία που συμπίπτει με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Επισήμως, δεν υπάρχει καμία επιβεβαίωση ότι η ίδια σχεδιάζει επιστροφή στην ενεργό πολιτική ή υποψηφιότητα για την προεδρία της Γαλλίας.
Υπενθυμίζουμε ότι η κ. Λαγκάρντ ήταν υπουργός οικονομικών της Γαλλίας τον καιρό της κρίσης και ότι από τότε δεν έκρυβε την φιλοδοξία της για την προεδρία της Γαλλίας.
Μάλιστα, ευρωπαϊκές πηγές υπενθυμίζουν ότι η Λαγκάρντ μέχρι και την τελευταία στιγμή διέψευδε αντίστοιχα σενάρια τόσο πριν αναλάβει την ηγεσία του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και πριν μετακινηθεί στην ΕΚΤ. Αυτό οδηγεί αρκετούς να αντιμετωπίζουν τις σημερινές διαψεύσεις με επιφύλαξη, εκτιμώντας ότι ενδέχεται να εξυπηρετούν κυρίως τη διατήρηση της ηρεμίας στις αγορές.
Σύμφωνα με πηγές από τη Φρανκφούρτη, η πρόεδρος της ΕΚΤ φέρεται να διαχειρίζεται το ζήτημα σε εξαιρετικά στενό κύκλο, συνομιλώντας κυρίως με συνεργάτες που την ακολουθούν εδώ και χρόνια, ενώ διατηρεί επαφές και με περιορισμένο αριθμό πολιτικών προσώπων στη Γαλλία. Η επιλογή αυτή ενισχύει την εικόνα ότι οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστό επίπεδο, μακριά από τα βλέμματα των αγορών και των εταίρων.
Την ίδια στιγμή, μια ενδεχόμενη πρόωρη αποχώρηση θα άνοιγε τον δρόμο για μια ευρύτερη αναδιάταξη ισορροπιών στην Ευρωζώνη, επιτρέποντας σε βασικές πρωτεύουσες -κυρίως Παρίσι και Βερολίνο- να επηρεάσουν καθοριστικά τη διαδοχή στην κορυφή της ΕΚΤ πριν από τις γαλλικές εκλογές.
Επισήμως, η κ. Λαγκάρντ δηλώνει προσηλωμένη στα καθήκοντά της. Στην πράξη, όμως, η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει -και όπως συμβαίνει συχνά στην ευρωπαϊκή πολιτική, οι πραγματικές αποφάσεις φαίνεται να διαμορφώνονται πολύ πριν ανακοινωθούν δημόσια.