Ό,τι απέμεινε από τον Γαλλογερμανικό άξονα κινδυνεύει να χαθεί και αυτό. Έχει γραφτεί επανειλημμένα ότι μετά την αποχώρηση της Μέρκελ και την άνοδο Μέρτς, Βερολίνο και Παρίσι διαφωνούν σε κρίσιμα θέματα. Το γεγονός, σε συνδυασμό με την έλευση Τραμπ, κόστισε στην Ευρώπη μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το Ιράν.
Στις παρούσες συνθήκες, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και πολιτικό γιατί Μακρόν και Μερτς παλεύουν για την επιβίωση τους. Εάν «πέσουν» ενδέχεται να δούμε, όπως αναφέρουν διεθνείς αναλυτές, ένα ντόμινο εξελίξεων στην Ευρώπη, όχι μόνο πολιτικό σε επίπεδο αποφάσεων αλλά και οικονομικό.
Στο Βερολίνο, ο Φρίντριχ Μερτς αναγκάζεται να δηλώνει ότι είναι «αποφασισμένος» να προχωρήσει το νέο ξεκίνημα της Γερμανίας, ενώ στο παρασκήνιο έχουν ήδη ανάψει σενάρια για τον πιθανό διάδοχό του.
Στο Παρίσι, ο Εμανουέλ Μακρόν προσπαθεί να κρατήσει όρθιο το αφήγημα μιας Γαλλίας που προσελκύει επενδύσεις, παράγει τεχνολογία και παραμένει κεντρικός ευρωπαϊκός παίκτης. Μόνο που η πολιτική σκηνή κινείται πλέον αλλού: προς έναν πιθανό δεύτερο γύρο στις προεδρικές εκλογές του 2027 χωρίς κανέναν υποψήφιο του κέντρου.
Και κάπου εκεί επιστρέφει στις Βρυξέλλες το παλιό ερώτημα που αποδίδεται στον Κίσινγκερ: ποιον παίρνει κανείς τηλέφωνο όταν θέλει να μιλήσει με την Ευρώπη;
Για δεκαετίες η απάντηση, έστω και με γκρίνιες, ήταν γνωστή. Παρίσι και Βερολίνο. Εκεί γινόταν το πρώτο παζάρι, εκεί μετρούσαν αντιδράσεις, εκεί έβγαινε η γραμμή που στη συνέχεια περνούσε ως «ευρωπαϊκός συμβιβασμός».
Τώρα και οι δύο πρωτεύουσες έχουν στραμμένο το βλέμμα στο τι θα κάνουν στο εσωτερικό τους. Εδώ και μήνες η Γερμανία δείχνει τάσεις απόσχισης από την υπόλοιπη Ευρώπη με το σλόγκαν «Germany first» και με τον Μερτζ να δηλώνει ότι πρέπει να σώσει την πρώτη οικονομία της Ευρώπης.
Βέβαια τα σενάρια για τον Μερτς δεν ήρθαν από το πουθενά. Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έγραψαν τις τελευταίες μέρες για συζητήσεις στο εσωτερικό του CDU, γύρω από το όνομα του Χέντρικ Βιστ, πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, ο οποίος εμφανίζεται πιο δημοφιλής και πιο «εκλέξιμος» από τον σημερινό καγκελάριο. Η πρόσφατη επίσκεψή του στην Πολωνία, με ισχυρή δημοσιογραφική συνοδεία από το Βερολίνο, «διαβάστηκε» από τις αγορές ως κίνηση με αρχηγικό προφίλ.
Η καγκελαρία προσπάθησε να κλείσει γρήγορα τη συζήτηση. Συνεργάτες του Μερτς μιλούν για «τρελές εικασίες», για σενάρια που δείχνουν άγνοια του Συντάγματος και της πολιτικής πραγματικότητας, αλλά και για πολιτικό παιχνίδι που τελικά δουλεύει υπέρ του AfD.
Ο ίδιος ο Βιστ χαρακτήρισε τα σενάρια «ανοησίες» και στήριξε δημοσίως τον καγκελάριο. Στην πολιτική όμως, όταν ένας πιθανός διάδοχος αναγκάζεται να διαψεύσει ότι υπάρχει θέμα διαδοχής, το θέμα έχει ήδη ανοίξει.
Ο Μερτς απάντησε έμμεσα από κομματική εκδήλωση στην πόλη καταγωγής του, το Αρνσμπεργκ. «Η Γερμανία έχει τη δύναμη για ένα νέο ξεκίνημα», είπε, δηλώνοντας αποφασισμένος «με όλη του την δύναμη» να το πετύχει μαζί με την κυβέρνησή του. Μίλησε για το βάρος της ευθύνης σε περίοδο βαθιών αναταραχών και απέρριψε την εικόνα μιας Γερμανίας που έχει μπει σε προδιαγεγραμμένη παρακμή.
Βέβαια αυτά τα είπε έχοντας ακροατήριο το ίδιο του το κόμμα.
Η εικόνα
Για τις αγορές η εικόνα είναι η εξής: Το CDU πιέζεται, το AfD ανεβαίνει και ο κυβερνητικός συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες έχει κολλήσει σε μεταρρυθμίσεις, κοινωνικές δαπάνες, ενέργεια και δημοσιονομικά περιθώρια. Η Γερμανία που κάποτε αποτελούσε το σημείο σταθερότητας της ΕΕ, παλεύει να βρει γραμμή στο εσωτερικό της.
Στο ίδιο μήκος κύματος και οι Βρυξέλλες που κοιτούν τα οικονομικά στοιχεία της Γερμανίας με ιδιαίτερη ανησυχία. Υψηλές τιμές ενέργειας, πίεση στη βιομηχανία, κινεζικός ανταγωνισμός, φόβος για απώλεια εξαγωγικών αγορών και αδύναμη εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Το γερμανικό μοντέλο, που επί χρόνια έδινε στην Ε.Ε. τη βαριά θεσμική πλάτη, βρίσκεται σε φάση άμυνας, γεγονός που κάνει την Κομισιόν να σκέφτεται τί θα γίνει εάν πρώτη η Γερμανία παραβεί τους ήδη χαλαρούς δημοσιονομικούς κανόνες και το 2027.
Στη Γαλλία, το πρόβλημα έχει άλλη μορφή αλλά τον ίδιο παρονομαστή.
Για παράδειγμα, το Politico, που θεωρείται «πηγή διαρροών» της Κομισιόν, περιέγραψε το σενάριο που φοβούνται πλέον στις Βρυξέλλες: προεδρικός δεύτερος γύρος το 2027 ανάμεσα στον Ζορντάν Μπαρντελά της Εθνικής Συσπείρωσης και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν της Ανυπότακτης Γαλλίας. Δύο υποψήφιοι από τα άκρα, με σκληρή ή βαθιά επιφυλακτική στάση απέναντι στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, να διεκδικούν την προεδρία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης.
Αυτό είναι ένα σενάριο που «βολεύει» πολύ την πολιτική του Τραμπ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα προσθέσουμε εμείς.
Για τους Γάλλους κεντρώους το ένα σοκ διαδέχεται το άλλο. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έφεραν τον Μελανσόν να απειλεί τη θέση του Εντουάρ Φιλίπ στον δεύτερο γύρο, ειδικά εάν το κέντρο κατέβει διασπασμένο. Ο Μπαρντελά παραμένει μπροστά. Ο Μελανσόν, παρά την υψηλή αντιδημοφιλία του, φαίνεται ότι ξαναχτίζει δυναμική σε εργατικές, μεταναστευτικές και ριζοσπαστικές αριστερές δεξαμενές.
Ο Εντουάρ Φιλίπ, που εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος mainstream υποψήφιος, έχει απέναντί του τον Γκαμπριέλ Ατάλ, πρώην πρωθυπουργό του Μακρόν, ο οποίος ανακοίνωσε ήδη την υποψηφιότητά του και προσπαθεί να δείξει ότι δεν είναι απλώς το πολιτικό παιδί του προέδρου. Αυτό είναι και το παράδοξο του γαλλικού κέντρου: όλοι χρειάζονται την κληρονομιά του Μακρόν, αλλά κανείς δεν θέλει να εμφανιστεί πλήρως δεμένος μαζί της.
Το Le Monde γράφει πλέον για τη μάχη του «μεσαίου» εκλογικού σώματος που είχε κατακτήσει ο Μακρόν το 2017 και το 2022. Αλλά τώρα αυτός ο χώρος δεν είναι πλέον ενιαίος. Η κεντροδεξιά, οι μακρονικοί, η μετριοπαθής Αριστερά και οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις ψάχνουν υποψήφιο, μήνυμα και ταυτότητα, ενώ RN και LFI κερδίζουν από την καθαρότητα της σύγκρουσης.
Στο μεταξύ, ο Μακρόν παίζει το χαρτί της οικονομίας και των επενδύσεων. Το Choose France, με μεγάλες ανακοινώσεις για τεχνητή νοημοσύνη, data centers και τεχνολογία, παρουσιάζεται από το Ελιζέ ως απόδειξη ότι η Γαλλία παραμένει ελκυστική για τους διεθνείς επενδυτές.
Υπενθυμίζουμε τις έντονες προσπάθειες του Μακρόν να πρωτοστατήσει στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία και να πάρει μεγάλη μερίδα του λέοντος από την ανοικοδόμηση της.
Υπενθυμίζουμε ότι η Γαλλία μπαίνει σε προεδρική χρονιά με την ακροδεξιά μπροστά, τη ριζοσπαστική Αριστερά να ξανασηκώνει κεφάλι και τους κεντρώους να κινδυνεύουν να ακυρώσουν ο ένας τον άλλον.
Κορυφαίος παράγοντας των Βρυξελλών περιέγραψε ότι αυτό που συμβαίνει στο Παρίσι δεν είναι «απλό», αλλά αποτελεί ευρωπαϊκό συστημικό κίνδυνο γιατί μια Γαλλία που μπορεί να βρεθεί με δεύτερο γύρο Μπαρντελά-Μελανσόν δεν είναι η Γαλλία που μπορεί εύκολα να κρατήσει την ευρωπαϊκή γραμμή σε Ουκρανία, ΝΑΤΟ, δημοσιονομικά, Κίνα και άμυνα.
Βέβαια στην πράξη, Παρίσι και Βερολίνο δυσκολεύονται ήδη να δώσουν κοινή απάντηση σε κρίσιμα θέματα κάτι που το βλέπουμε σε κάθε Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια.
Για παράδειγμα, για την Κίνα, η Γαλλία πιέζει για πιο σκληρή στάση απέναντι στις επιδοτούμενες εισαγωγές και την κινεζική υπερπαραγωγή. Ενώ η Γερμανία φοβάται τα αντίποινα και την απώλεια πρόσβασης στην κινεζική αγορά, ειδικά για τη βιομηχανία και τις εξαγωγές της.
Στην άμυνα, η Γαλλία θέλει περισσότερο ευρωπαϊκό έλεγχο και βιομηχανική λογική, ενώ η Γερμανία κινείται συχνά με το βλέμμα στο ΝΑΤΟ, στις ΗΠΑ και στους δικούς της δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Στα δημοσιονομικά, το Βερολίνο παραμένει αρνητικό απέναντι σε νέο κοινό δανεισμό, ενώ το Παρίσι βλέπει ότι χωρίς κοινά εργαλεία η ευρωπαϊκή ισχύς μένει στα χαρτιά.
Έτσι, η Ε.Ε. λειτουργεί όλο και περισσότερο με ad hoc συμμαχίες. Οι Βαλτικές και η Πολωνία πιέζουν στην Ουκρανία και στην άμυνα. Ο Νότος ζητά χώρο για ενέργεια, κοινωνική στήριξη και επενδύσεις. Η Κομισιόν βγάζει προτάσεις διαρροές για Κίνα, Ρωσία, ημιαγωγούς, stablecoins και στρατηγική αυτονομία. Αυτές οι προτάσεις όμως απαιτούν το «ναι» των Ηγετών και οι ηγέτες όμως κοιτάνε μόνο το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Χωρίς τον Γαλλογερμανικό άξονα να προσέρχεται στις Συνόδους Κορυφής με ήδη προαποφασισμένη γραμμή, παρατηρείται ότι κάθε απόφαση απαιτεί περισσότερο χρόνο και είναι πιο ευάλωτη στα βέτο. Ασχέτως εάν η απειλή Ορμπάν δεν υπάρχει πλέον. Αντιθέτως φάνηκε ότι αρκετές χώρες, κυρίως σκληροπυρηνικές «κρύβονταν» πίσω από αυτή την απειλή.
Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι καλούνται να βρουν απαντήσεις για Ουκρανία, Ιράν, Κίνα, ενέργεια, άμυνα και ανταγωνιστικότητα ενόψει και της τελευταίας Συνόδου Κορυφής υπό Κυπριακή προεδρία, τον Ιούνιο.