Η Exxon Mobil κατέληξε σε προκαταρκτική συμφωνία για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στη Νότια Αφρική, η οποία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το καύσιμο για να ενισχύσει το ηλεκτρικό της δίκτυο που εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η συμφωνία θα επιτρέψει στην κρατική εταιρεία ηλεκτρισμού Eskom Holdings SOC Ltd. να εισάγει φυσικό αέριο μέσω του προτεινόμενου τερματικού σταθμού Zululand LNG στο Ρίτσαρντς Μπέι, βιομηχανική πόλη στην ανατολική ακτή της χώρας, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Το καύσιμο θα χρησιμοποιείται σε μονάδα ηλεκτροπαραγωγής ισχύος 3.000 μεγαβάτ, η οποία προβλέπεται να κατασκευαστεί κοντά στον τερματικό σταθμό. Η Exxon και η Eskom αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις πληροφορίες.
Στόχος η ενεργειακή ασφάλεια
Έπειτα από χρόνια προβλημάτων ηλεκτροδότησης και εκτεταμένων διακοπών ρεύματος, η Νότια Αφρική επιδιώκει να βελτιώσει την αξιοπιστία του ενεργειακού της συστήματος.
Παράλληλα, προσπαθεί να μειώσει τις εκπομπές ρύπων περιορίζοντας σταδιακά τη χρήση άνθρακα, ο οποίος εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το 80% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Η εισαγωγή LNG θεωρείται τρόπος αντιμετώπισης και των δύο αυτών προκλήσεων, αν και συνεπάγεται υψηλότερο κόστος.
Η συμφωνία εντάσσεται στη στρατηγική της ExxonMobil να διπλασιάσει τις προμήθειες LNG σε περισσότερους από 40 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2030.
Η εταιρεία έθεσε πρόσφατα σε λειτουργία τον εξαγωγικό σταθμό Golden Pass στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού στις ΗΠΑ, ενώ σχεδιάζει να λάβει τελικές επενδυτικές αποφάσεις αργότερα φέτος για αντίστοιχα έργα στη Μοζαμβίκη και την Παπούα Νέα Γουινέα.
«Καύσιμο-γέφυρα» για τις ΑΠΕ
Η Eskom έχει χαρακτηρίσει το φυσικό αέριο ως «καύσιμο-γέφυρα», το οποίο θα διευκολύνει την ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο δίκτυο, παρέχοντας σταθερή ηλεκτροπαραγωγή όταν δεν φυσάει άνεμος ή δεν υπάρχει ηλιοφάνεια.
Ωστόσο, η Νότια Αφρική διαθέτει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου και αντιμετωπίζει μεγάλες καθυστερήσεις στην προμήθεια αεριοστροβίλων από κατασκευαστές όπως η Siemens και η General Electric.
Ως αποτέλεσμα, εκτιμάται ότι η χώρα θα αναγκαστεί να καθυστερήσει τα υφιστάμενα σχέδιά της για την απόσυρση περίπου του 20% της παραγωγικής δυναμικότητας των ανθρακικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής έως το 2030.