Oλα αλλάζουν, κι όλα ίδια μένουν

Στην Ελλάδα χαιρόμαστε επειδή η οικονομία θα είναι στάσιμη φέτος και σε μικρή ύφεση του χρόνου. Όμως, η ουσία δεν αλλάζει. Παρά τις διακηρύξεις, οι προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης είναι θολές.

Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η αποκατάσταση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας αποτελεί αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την επαναφορά της σε τροχιά ανάπτυξης.

Από το 2010 μέχρι και το 2014, η Ελλάδα έλαβε περιοριστικά δημοσιονομικά μέρα άνω των 60 δισ. ευρώ, για να εξαλείψει τα πρωτογενή ελλείμματα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης.

Αυτό σε συνδyασμό με την εσωτερική υποτίμηση σε επίπεδο αμοιβών και το κούρεμα του χρέους (PSI) μέσω μείωσης των τόκων συνέβαλαν επίσης στη μετατροπή του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε πλεόνασμα.

Όμως, το κόστος της εξάλειψης των δίδυμων ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποδείχθηκε τεράστιο.

Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 25%, η ανεργία εκτοξεύθηκε στο 27%, σε κάποιο σημείο και τα εισοδήματα συμπιέσθηκαν.

Δεν θα αναφερθούμε στη γνωστή διαμάχη κατά πόσο το άσχημο αποτέλεσμα θα πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην υπερβολική λιτότητα ή στη μη υλοποίηση πολλών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Όμως, θα σταθούμε σε κάτι άλλο, μιας και σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ θα ανακοινώσει μια πιο ασφαλή εκτίμηση για την πορεία του ΑΕΠ το 3ο τρίμηνο, δίνοντας στοιχεία για επιμέρους μεγέθη όπως η κατανάλωση.

Την αδυναμία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση σε ένα άλλο που βασίζεται στις επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Η δημοσιονομική πειθαρχία και η αλλαγή οικονομικού παραδείγματος θεωρούνται από πολλούς αναλυτές απαραίτητες για να μπει η ελληνική οικονομία σε τροχιά βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.

Όμως, η επιδιωκόμενη αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος μοιάζει προβληματική, παρά τη βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων της χώρας σε προϊόντα και υπηρεσίες (τουρισμός) την τελευταία διετία περίπου.

Μια βελτίωση που υπολείπεται εκείνης άλλων χωρών της ευρωπεριφέρειας, όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, το ίδιο διάστημα.

Η αξία των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών αυξήθηκε 29% περίπου από το 2009 μέχρι και το 2014, όταν έφθασε τα 58 δισ. ευρώ που συνιστούν ρεκόρ σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν.

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι εξαγωγές ενισχύθηκαν στο 32,6% το 2014 από 22,1% το 2010, με βοήθεια από τον τουρισμό.

Από την άλλη πλευρά, οι επενδύσεις έχουν κατρακυλήσει στο 11% περίπου του ΑΕΠ από 27% περίπου το 2007, όταν βρέθηκαν στο απόγειό τους.

Σε πολύ υψηλά επίπεδα ως προς το ΑΕΠ παραμένει η κατανάλωση.

Αν και υποχώρησε στα 160,4 δισ. ευρώ ή 90,3% του ΑΕΠ πέρυσι, από 207 δισ. ή 91,6% του ΑΕΠ το 2010, παραμένει σε υψηλά επίπεδα ως προς το ΑΕΠ.

Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανάμεσα στις χώρες-μέλη της ευρωζώνης.

Όμως, η οικονομία θα παραμένει ευάλωτη όσο στηρίζεται σε τόσο υψηλό βαθμό στην κατανάλωση, που εν μέρει διοχετεύεται στο εξωτερικό μέσω των εισαγωγών και οι επενδύσεις βυθίζονται.

Το οικονομικό μοντέλο της χώρας δεν έχει αλλάξει παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αναλαμπές οικονομικής ανάπτυξης μπορούμε να περιμένουμε.

Όμως, δεν θα ήταν ρεαλιστικό να περιμένουμε βιώσιμους, υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, όσο αυτή βασίζεται στην κατανάλωση και στα δανεικά.

 

Dr. Money

Dr Money

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v