Κάπου ένα μήνα πριν, η αγορά στοιχημάτων (Polymarket) έδινε πιθανότητες 60% σε εκεχειρία μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ μέχρι τα μέσα του 2026. Από την άλλη πλευρά, η αγορά των δικαιωμάτων προαίρεσης (option markets) τιμολογούσε μια πιο αργή, σταδιακή μείωση του γεωπολιτικού ρίσκου στην ενέργεια, αντί για την απότομη εξάλειψή του. Οι επενδυτές ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν παραπάνω για προστασία έναντι των προσωρινών σοκ της προσφοράς. Όμως, παρέμεναν πιστοί στο κεντρικό μακροοικονομικό σενάριο για μια συγκρατημένη στρατιωτική σύγκρουση και τη σταδιακή ομαλοποίηση του γεωπολιτικού ασφάλιστρου κινδύνου. Γι’ αυτό δεν είδαμε γενικευμένο ξεπούλημα στις αγορές.
Τελικά, η εκεχειρία ήρθε νωρίτερα μέσα στον Απρίλιο αλλά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν έχουν καρποφορήσει μέχρι στιγμής και η εκεχειρία λήγει σύντομα. Είναι εύλογο να αναρωτιούνται όλοι τι θα γίνει.
Όμως, κάποιοι άλλοι έχουν ήδη σχηματίσει άποψη, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Ο πλέον γνωστός είναι ο Γουόρεν Μπάφετ, ο οποίος «έκτισε» σταδιακά ένα χαρτοφυλάκιο μετρητών ύψους 320 δισ. δολαρίων και πλέον, τα τελευταία χρόνια, για την Berkshire Hathway της οποίας είναι CEO.
Ο Μπάφετ δεν βλέπει προφανώς μεγάλες ευκαιρίες στις μετοχές και προτιμά να περιμένει στην άκρη, αποκομίζοντας τους τόκους από τα έντοκα γραμμάτια στα οποία έχει επενδύσει μεγάλο μέρος της ρευστότητας της Berkshire. Η τελευταία είναι ο μεγαλύτερος ιδιώτης επενδυτής σε αμερικανικά έντοκα στον κόσμο.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η τακτική έχει στερήσει από την Berkshire σημαντικές δυνητικές υπεραξίες από την άνοδο των μετοχών το ίδιο διάστημα. Εκτιμάται ότι ο αμερικανικός χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 έχει καταγράψει κέρδη πάνω από 70% από τότε που η Berkshire έβαλε στην άκρη 100 δισ. δολάρια.
Όμως, ο Μπάφετ δεν είναι ο μοναδικός που αντιμετωπίζει τη μεγάλη άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών από το 2023 με προβληματισμό. Το ίδιο συμβαίνει με εκείνους που χρησιμοποιούν τον δείκτη S&P 500 προς την αμερικανική προσφορά χρήματος Μ2.
Ο συγκεκριμένος λόγος αφαιρεί τη νομισματική επίπτωση και δείχνει πού βρίσκεται η χρηματιστηριακή αγορά σε σχέση με τη ρευστότητα. Συνήθως, ο S&P 500 και η Μ2 κινούνται μαζί, όμως παρατηρείται μεγάλη απόκλιση από το 2023 μέχρι σήμερα. Κι αυτό γιατί ο S&P 500 αυξήθηκε πολύ περισσότερο σε σχέση με την προσφορά χρήματος Μ2.
Για την ακρίβεια, ο δείκτης S&P 500 προς την Μ2 βρίσκεται σήμερα στα ίδια επίπεδα που ήταν το 2000 με τη φούσκα των dot com, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραμμα.

Υπενθυμίζεται ότι το στόρι του 2000 ήταν πως το Ιντερνετ θα αλλάξει τα πάντα. Το αντίστοιχο του 2026 είναι πως η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) θα αλλάξει τα πάντα. Το ζήτημα δεν είναι πως τα δυο στόρι ήταν/είναι λάθος. Το θέμα είναι πως οι προσδοκίες των επενδυτών για τις επιπτώσεις των τεχνολογιών στα κέρδη των επιχειρήσεων ήταν το 2000 και είναι το 2026 υπερβολικές.
Οι εποχές αλλάζουν αλλά οι επενδυτικές συμπεριφορές παραμένουν ίδιες όπως παρατηρούν αναλυτές, π.χ. ο Benjamin Cowen. Από την άλλη πλευρά, οι πολλαπλασιαστές κερδών (P/E) των κύριων χρηματιστηριακών δεικτών ήταν πολύ υψηλότεροι το 2000, π.χ. 180-200 για τον Nasdaq σε σχέση με τους τωρινούς.
Είναι λογικό να περιμένει κάποιος την έκβαση των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για να έχει μια καλύτερη εικόνα για τη βραχυπρόθεσμη πορεία των χρηματιστηριακών δεικτών στις ανεπτυγμένες αγορές και όχι μόνο.
Όμως, ο δείκτης S&P 500 αφαιρουμένης της νομισματικής επίδρασης της M2 προβληματίζει. Ιδίως, όταν συγκρίνεται με την εποχή του dot com.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.