Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τα πολιτικά μας ανέκδοτα δεν αρέσουν στην ΕΕ

Τα λόγια σχετικά με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αποδεικνύονται πολιτικά ανέκδοτα και έχουν τόση βάση όση τα εικονικά ελλείμματα της περιόδου 1996–2004 γράφει ο Αντώνης Κεφαλάς τονίζοντας πως η παρέμβαση του Χ. Αλμούνια για το μέγεθος του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο αποτελεί ως έναν βαθμό μια έμμεση προειδοποίηση για τη προοπτική ότι η χώρα μας θα αντιμετωπίσει αυξημένα οικονομικά προβλήματα.

Τα πολιτικά μας ανέκδοτα δεν αρέσουν στην ΕΕ
του Αντώνη Κεφαλά

Η παρέμβαση του επιτρόπου κ. Χ. Αλμούνια για το μέγεθος του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο -και κατ’ επέκταση η έκφραση ανησυχίας για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί ως έναν βαθμό μια έμμεση προειδοποίηση για τη σοβαρή προοπτική ότι η χώρα μας θα αντιμετωπίσει αυξημένα οικονομικά προβλήματα. Ταυτόχρονα μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια ”στροφή” προς την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας - σε αντίθεση με την ευνοϊκή εικόνα που παρουσιάζουν τα νομισματικά και τα δημοσιονομικά μεγέθη.

Το ισοζύγιο πληρωμών αντικατοπτρίζει στην ουσία το επίπεδο ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες. Όταν μία χώρα παράγει και διαθέτει αγαθά και υπηρεσίες σε επίπεδα που είναι ανταγωνιστικά, τότε οι μεν κάτοικοί της αγοράζουν τα ντόπια προϊόντα και υπηρεσίες, οι δε ξένοι επιδιώκουν επίσης να αγοράσουν από αυτήν. Στην αντίθετη περίπτωση οι ξένοι δεν ενδιαφέρονται και οι κάτοικοι αγοράζουν από το εξωτερικό. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη δική μας περίπτωση.

Το πρόβλημα για την Ελλάδα τοποθετείται σε δύο επίπεδα:

1. Το ένα είναι η δυσαρμονία ανάμεσα στην εικόνα του ισοζυγίου πληρωμών και στη δημοσιονομική και νομισματική κατάσταση. Οι Βρυξέλλες εμφανίζονται ικανοποιημένες με την πρόοδο στα δημόσια οικονομικά. Ανησυχούν, όμως, για το αν είναι μια μόνιμη βελτίωση ή αν πρόκειται για μια παροδική εξέλιξη. Στα νομισματικά μεγέθη, τους ανησυχεί -κατά τα φαινόμενα- η πιστωτική επέκταση, όπως άλλωστε ανησυχεί και την κεντρική μας τράπεζα. Μπορεί το τραπεζικό σύστημα να λέει πως ο δανεισμός μας είναι σε χαμηλότερα επίπεδα του ΑΕΠ απ’ ό,τι στη λοιπή Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά αυτό δεν αλλάζει ούτε την ταχύτητα αύξησης ούτε την ξαφνική διόγκωση των δανείων.

2. Σ’ ένα άλλο επίπεδο, οι Βρυξέλλες ενδέχεται να έχουν ερωτήματα για την πιστότητα των στοιχείων μας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών υποχρεωτικά ισούται με το άθροισμα του δημοσιονομικού ελλείμματος και της καθαρής αποταμίευσης του ιδιωτικού τομέα. Με το έλλειμμα του ισοζυγίου στο -12,5% του ΑΕΠ και το δημοσιονομικό έλλειμμα στο -2,6%, η καθαρή αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να φτάνει το +15% του ΑΕΠ. Με την ακαθάριστη εγχώρια αποταμίευση το 2005 στα επίπεδα του +14,6% του ΑΕΠ είναι εξαιρετικά δύσκολο να είναι η καθαρή ιδιωτική αποταμίευση +15%.

Η δεύτερη διάσταση

Για τις Βρυξέλλες το θέμα έχει και μία ακόμη διάσταση. Το υψηλό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο υποδηλώνει χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών -στο οποίο η διεθνής ανταγωνιστικότητά μας είναι ικανοποιητική- δεν επαρκεί για να καλύψει το εμπορικό έλλειμμα. Παράλληλα, οι τρέχουσες και οι κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, αν και θετικές, επίσης δεν αρκούν. Γι’ αυτό και το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, είναι αρνητικό. Το τελικό συμπέρασμα επομένως είναι ότι υπάρχει τάση για μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας.

Στη βάση αυτή αναπόφευκτα καθυστερεί η σύγκλιση. Η καθυστέρηση, με τη σειρά της, σημαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολη η εφαρμογή τόσο της ενιαίας νομισματικής πολιτικής όσο και των ενιαίων κανόνων για τη δημοσιονομική πολιτική.

Η αποτελεσματική εφαρμογή ενιαίας οικονομικής πολιτικής προϋποθέτει και ένα ενιαίο οικονομικό σύνολο - ή τουλάχιστον ένα σύνολο όπου οι αποκλίσεις από τον μέσο όρο είναι μικρές. Για παράδειγμα, μια πολιτική υψηλών επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σίγουρα δεν θα συμβαδίζει με τις ανάγκες ενός κράτους-μέλους που αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία. Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται ρήγματα και ενισχύονται και οι άλλες φυγόκεντρες τάσεις που τείνουν να επικρατούν αυτή την περίοδο στην Ε.Ε.

Και μία τρίτη πλευρά

Είναι σαφές ότι στην Ελλάδα υπάρχουν εταιρείες και τομείς που είναι διεθνώς ανταγωνιστικοί. Κάνουν επενδύσεις, δημιουργούν θέσεις εργασίας, πωλούν στο εξωτερικό. Παράλληλα, υπάρχουν και πολλές -πάρα πολλές ίσως- άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αντίποδα αυτής της εικόνας. Μια χώρα, λοιπόν, που αντιμετωπίζει ήδη έναν σχετικά έντονο ”δυαδισμό” στη δομή της ανάπτυξής της θα βρεθεί σε ακόμη χειρότερη μοίρα ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης - η οποία από τη φύση της τείνει να εντείνει τις ανισότητες.

Η ανισότητα φέρνει κοινωνικό αποκλεισμό. Και ο κοινωνικός αποκλεισμός οδηγεί σε πράξεις απελπισίας - που από τη φύση τους πλέον είναι ακραίες. Αν στον καμβά αυτόν προσθέσει κάποιος τα προβλήματα που δημιουργεί η μετανάστευση -ως προς τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να ενσωματώσει τους μετανάστες- τότε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα μάλλον εκρηκτικό μείγμα κοινωνικής αβεβαιότητας και αναταραχής.

Η οικονομία, εξάλλου, δεν είναι μόνο τεχνικό θέμα. Είναι και θέμα ψυχολογίας. Μπορεί οι επιχειρηματίες να δηλώνουν ”αισιόδοξοι” και το ίδιο μπορεί να κάνουν οι καταναλωτές. Οι εκτιμήσεις αυτές, όμως, δεν ”πιάνουν” υποχρεωτικά τις τάσεις που επικρατούν διαστρωματικά. Δεν μπορούν να αποκαλύψουν την έκταση και το μέγεθος της απελπισίας που αισθάνεται ένας νέος 25 χρόνων ο οποίος δεν έχει δουλέψει ποτέ επειδή δεν μπορεί να βρει δουλειά. Με υποβαθμισμένο πτυχίο και με την οικογένεια να αποτελεί ένα ολοένα και πιο αδύναμο δίκτυο κοινωνικής προστασίας, νιώθει ότι το μέλλον του είναι ανύπαρκτο και αναπόφευκτα οδηγείται έτσι στην απόρριψη των θεσμών της κοινωνίας.

Πρόβλημα... εκλογής

Η απάντηση που δίνεται -χωρίς να είναι υποχρεωτικά η ”καλύτερη”- για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού περιλαμβάνει:

* Τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ώστε να δημιουργείται ζήτηση για τα αγαθά και τις υπηρεσίες και με αυτόν τον τρόπο νέες θέσεις εργασίας.

* Τη δημιουργία ενός διεθνώς ανταγωνιστικού πλαισίου για την προσέλκυση κεφαλαίων, τα οποία χρησιμεύουν είτε για νέες επενδύσεις είτε για εξαγορές, αλλά οπωσδήποτε συνεισφέρουν στην κάλυψη του όποιου ελλείμματος στην πραγματική οικονομία.

* Την ύπαρξη επαρκών πόρων για τη χρηματοδότηση ενός αποτελεσματικού δικτύου κοινωνικής προστασίας.

Στην Ελλάδα δεν ισχύει καμία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις. Η ανταγωνιστικότητά μας δεν βελτιώνεται - όπως φαίνεται από τους διεθνείς δείκτες που δημοσιεύονται. Το ανταγωνιστικό πλαίσιο προσέλκυσης κεφαλαίων είναι περίπου ανύπαρκτο. Και, πάντως, από τα κεφάλαια που προσελκύουμε ελάχιστα κατευθύνονται σε άμεσες επενδύσεις. Τέλος, οι πόροι για το κοινωνικό κράτος και ανεπαρκείς είναι και κατασπαταλούνται. Η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική την οποία εξάλλου είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε δεν μας αφήνει περιθώρια για βελτιώσεις στις κοινωνικές παροχές. Οι ομάδες προσόδου ιδιοτελών συμφερόντων έχουν αποκτήσει βαθιά κομματικά ερείσματα και εμποδίζουν έτσι την προώθηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητά μας.

Αυτά βλέπει η Επιτροπή και ανησυχεί. Τα λόγια σχετικά με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αποδεικνύονται πολιτικά ανέκδοτα και έχουν τόση βάση όση τα εικονικά ελλείμματα της περιόδου 1996 - 2004. Και τα μεν δημοσιονομικά κάπως τα διορθώνουμε. Με τα πολιτικά ανέκδοτα τι θα κάνουμε; Διότι το πρόβλημα με αυτά είναι πως συχνά... εκλέγονται.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 472 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 5-10/4/2007.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο