Γιατί δεν αρκεί να δουλεύουμε πιο έξυπνα ή φιλότιμα

Οι δίοδοι συνεννόησης μεγάλων εργοδοτών με την κυβέρνηση, οι τάσεις προστατευτισμού, οι καιροσκοπικές τακτικές και πώς έμειναν απροστάτευτοι οι κλάδοι που υπερασπίζονται την εγχώρια παραγωγή. Γράφει ο Β. Παζόπουλος.

Γιατί δεν αρκεί να δουλεύουμε πιο έξυπνα ή φιλότιμα
  • του Βασίλη Παζόπουλου*

Η ελληνική οικονομία έχει δομικές ιδιαιτερότητες, σε σχέση με τις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες. Μια από τις πιο σημαντικές είναι πως ελάχιστες από τις εγχώριες μεγάλες εταιρίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπως της βιομηχανίας, του τουρισμού και της γεωργίας. Δηλαδή σε κλάδους των οποίων τα προϊόντα και οι υπηρεσίες υπόκεινται σε διεθνή ανταγωνισμό.

Όσες επιχειρήσεις έχουν σημαντικό μέγεθος, ανήκουν στο δημόσιο, ή είναι προμηθευτές του δημοσίου, ή είναι από τη φύση τους τοπικά ολιγοπώλια, όπως οι τράπεζες και οι εταιρίες τηλεφωνίας. Σαν χαρακτηριστικά τους έχουν σχετικά σταθερά έσοδα, ικανοποιητικό περιθώριο κέρδους και ότι δεν κινδυνεύουν από απρόβλεπτους ανταγωνιστές.

Η έλλειψη σοβαρού ανταγωνισμού αποβαίνει σε βάρος του καταναλωτή. Καθώς κατέχουν ήδη εδραιωμένη θέση στην αγορά, δεν έχουν ιδιαίτερο κίνητρο για σημαντικές επενδύσεις ούτε για σοβαρές καινοτομίες. Παρακολουθούν τις διεθνείς τεχνολογικές εξελίξεις του κλάδου τους και απλά αρκούνται στο να εξυπηρετούν ικανοποιητικά τους πελάτες τους.

Στο πιο κάτω επίπεδο, οι εργασίες που δεν νιώθουν την πίεση του ανταγωνισμού από μακριά είναι εκείνες που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο: η οικοδομή, τα μέσα ενημέρωσης, οι χώροι εστίασης, τα κομμωτήρια. Η διάκριση δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, ούτε και στατική, π.χ. οι καφετέριες και τα εστιατόρια σε κάποιες περιοχές είναι βασικοί πυλώνες της τουριστικής βιομηχανίας.

Λόγω μεγέθους και δύναμης, η φροντίδα της πολιτείας έπεσε στους μη εμπορευματικούς κλάδους. Οι λίγοι μεγάλοι εργοδότες, τα ισχυρά συνδικάτα και οι συντεχνίες πάντοτε έβρισκαν διόδους συνεννόησης με τις κυβερνήσεις και τύγχαναν ευνοϊκής μεταχείρισης. Το αποτέλεσμα ήταν ο λογαριασμός να περνά στην υπόλοιπη οικονομία.

Πώς; Ορίζοντας υψηλό περιθώριο κέρδους (φαρμακεία), χρηματοδοτώντας κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις (εργολήπτες δημόσιων έργων), περιορίζοντας τον ανταγωνισμό από μεγάλες εταιρίες (ταξί), επιχορηγώντας γενναιόδωρες συντάξεις (ΔEH).

Στην πολιτική προστασίας κάποιων κλάδων, υπήρχε μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα σε σχέση με τη διεθνή πρακτική. Δεν κρατούσαν χαμηλά τον αριθμό των επαγγελματιών. Το αντίθετο συνέβαινε. Η δομή της πελατειακής δημοκρατίας προϋπόθετε να υπάρχουν πολυάριθμοι προστατευόμενοι. Για παράδειγμα οι φαρμακοποιοί και οι συμβολαιογράφοι, με την αρωγή του κράτους κρατούσαν σε υψηλό επίπεδο τα χρήματα που ξόδευαν οι υπόλοιποι για τις υπηρεσίες τους. Έτσι επιτύγχαναν τεχνητά υψηλές απολαβές
Βέβαια, ακόμα και στις πιο εύρυθμα οργανωμένες κοινωνίες έχουν στηθεί μηχανισμοί με τους οποίους κοινωνικές ομάδες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα με στοχευόμενες κυβερνητικές αποφάσεις.

Πρόκειται για προνόμια τα οποία έχουν παραχωρηθεί από διεκδικήσεις ομάδων που απόκτησαν πρόσβαση στην εξουσία. Νόμιμα μεν, αλλά δεν παύουν να είναι ηθικά αμφισβητήσιμα και κυρίως αντιοικονομικά.

Γιατί; Γιατί αυτού του είδους οι δραστηριότητες δεν αυξάνουν τον πλούτο. Απλά τον αναδιανέμουν.
Αντίθετα, έμειναν απροστάτευτοι οι κλάδοι που υπερασπίζονται την εγχώρια παραγωγή. Για να αντεπεξέλθουν οι επιχειρηματίες στις προκλήσεις, πρέπει να επεξεργαστούν τρόπους να γίνουν ποιοτικότεροι και φτηνότεροι, προκειμένου να επιβιώσουν στον αδηφάγο διεθνή ανταγωνισμό. Γιατί ακόμα και αν στοχεύουν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά, ανταγωνίζονται τα εισαγόμενα προϊόντα.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίοι, σε μεγάλο βαθμό, δραστηριοποιούνται σε επιχειρηματικές προσπάθειες ανάγκης. Ο εργοδότης δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν υπάλληλο της εταιρίας, ο οποίος μένει απλήρωτος όταν κάτι δεν πάει καλά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ποικιλόμορφο χωνευτήρι αποφυγής της ανεργίας.

Σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, πολλοί ως διέξοδο στην ανασφάλεια επέλεξαν καιροσκοπικές πρακτικές: τη φοροδιαφυγή, την ελάχιστη επένδυση, τον επιπόλαιο δανεισμό, τη χαμηλή ποιότητα. Καιροσκόπος δεν σημαίνει απατεώνας. Σημαίνει ορθολογικά εγωιστής. Συμμορφώνεται στους κανόνες όποτε τον συμφέρει. Αν βρεθεί σε ένα περιβάλλον όπου επικρατούν οι συνεργάσιμοι, τότε μετατρέπεται σε συνεργάσιμος. Αν όμως οι περισσότεροι επιδεικνύουν αποκλίνουσα συμπεριφορά, θα κινηθεί ανάλογα.

Δύσκολα παραμένει κανείς χορτοφάγος, όταν δίπλα του μυρίζει μπάρμπεκιου

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι παράξενο ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού στράφηκε προς το βολικό περιβάλλον της μονιμότητας του δημοσίου, των προστατευόμενων επαγγελμάτων, των τοπικών ολιγοπωλίων.

Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο. Η πλειοψηφία όσων αποτελούν τη μεσαία τάξη εργάζονται σε μη διεθνώς ανταγωνιστικό περιβάλλον. Δεν έχουν άμεσο ορθολογικό συμφέρον, ούτε την κουλτούρα να απαιτήσουν τους θεσμούς που προάγουν την παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια. Και όταν η μεσαία τάξη δεν διεκδικεί μεταρρυθμίσεις, αυτές δύσκολα πραγματοποιούνται σε μια δημοκρατία

Ούτε όμως η επιχειρηματική και κοινωνική ελίτ της χώρας είχε ποτέ ως προτεραιότητα τη μείωση των δημοσίων δαπανών, καθώς μεγάλο μέρος των εσόδων τους προερχόταν από εκεί. Δεν επιδίωκαν ούτε τη μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας. Τους συνέφερε αυτό το καθεστώς, γιατί δημιουργούσε εμπόδια στους δυνητικούς ανταγωνιστές τους.

Ο κρατικός μηχανισμός αυτάρεσκα φροντίζει κατά προτεραιότητα τους εντός συστήματος, περισσότερο από τις ευπαθείς ομάδες. Αντλεί πόρους από την ιδιωτική οικονομία, χωρίς ανάλογες επιστροφές σε κοινωνικές παροχές. Ούτε σε εκείνους που χρειάζονται τη μεγαλύτερη προστασία, αλλά ούτε σε αυτούς που πληρώνουν. Αυτό δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις. Όταν η σχέση μεταξύ σκληρής δουλειάς κι ενός καλύτερου βιοτικού επιπέδου διαρραγεί, δημιουργείται ένα αίσθημα αδικίας.

Συμπέρασμα

Οι εργαζόμενοι που δραστηριοποιούνται σε μη διεθνώς εμπορεύσιμες υπηρεσίες, κατά κανόνα απασχολούνται σε δουλειές που δεν έχουν να επιδείξουν τεχνολογικές βελτιώσεις, καινοτόμα προϊόντα ή εξαγωγές. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα, ειδικά σε περίοδο εκτεταμένης ανεργίας. Μετατρέπεται όμως σε πρόβλημα, όταν καταλαμβάνουν ένα μέγεθος μη ανεκτό για μια εθνική οικονομία.

Ειδικά στις δύσκολες εποχές, όταν το οικονομικό περιβάλλον ευνοεί δραστηριότητες που δεν δημιουργούν αναπτυξιακή δυναμική, πρέπει να μεταβληθεί. Δεν γίνεται να μένουμε στάσιμοι, σε έναν κόσμο που αλλάζει αμείλικτα, χωρίς να πληρώσουμε το ανάλογο κόστος. Το διαπιστώσαμε με τον σκληρό τρόπο όλα αυτά τα χρόνια.

Ακούμε συχνά πως είναι επιτακτική η ανάγκη για ταχύτητα και ευελιξία. Για αλλαγή του αναχρονιστικού οικονομικού μοντέλου. Ότι πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στην εξωστρεφή οικονομία. Συμφωνούν σχεδόν όλοι σε θεωρητικό επίπεδο, κάνοντάς το να ακούγεται σαν ανώδυνο κλισέ παρά ως ουσιαστική διαπίστωση αφύπνισης. Ελάχιστοι αντιλαμβάνονται τις ανατροπές που συνεπάγεται κάτι τέτοιο στη ζωή τους.

Δεν αρκεί να διαφοροποιήσουν τις συνήθειές τους. Δεν αρκεί να γίνουν ευρηματικότεροι, πιο παραγωγικοί, περισσότερο φιλότιμοι. Σημαίνει πως εκατοντάδες χιλιάδες που δεν έχουν απόσταση ασφαλείας από τα γεγονότα, αναγκαστικά θα αναζητήσουν επαγγελματική διέξοδο σε διαφορετικό αντικείμενο.

Το πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοιου μεγέθους μετάλλαξη είναι μεγάλη κουβέντα. Για την ώρα αναρωτηθείτε το εξής: Πόσο σίγουροι είστε πως δεν αφορά εσάς τους ίδιους;

Πηγή: Το Αόρατο Ρήγμα, του Αρίστου Δοξιάδη

 

* Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com)

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus