Μεγάλες επενδύσεις: Πολλή συζήτηση, μικρό αποτέλεσμα!

Οι λόγοι που κρατούν καθηλωμένες στο 12,5% του ΑΕΠ τις επενδύσεις. Το ΠΔΕ, τα πενιχρά σε μέγεθος εταιρικά deals και η εξάντληση έργων υποδομής. Γιατί ούτε ο ξενοδοχειακός κλάδος δεν κάνει τη διαφορά. Γράφει ο Κ. Ανδρέου.

Μεγάλες επενδύσεις: Πολλή συζήτηση, μικρό αποτέλεσμα!
  • Του Κυριάκου Ανδρέου*

Η Ελλάδα χρειάζεται σημαντικές και συστηματικές επενδύσεις για να κλείσει το επενδυτικό κενό της χώρας και να τροφοδοτηθεί η ανάπτυξη. Σήμερα το σύνολο των επενδύσεων βρίσκεται περίπου στο 12,5% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη αλλά και ο ελληνικός ιστορικός μέσος όρος είναι περίπου 22%. Οι επενδύσεις στη χώρα μετά το 2009 κατέρρευσαν, καταγράφοντας πτώση της τάξης των €40 δισ., δημιουργώντας προϋποθέσεις τεχνολογικής και ανταγωνιστικής υστέρησης. Ενδεικτικά, το 2016 οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα επέστρεψαν στα επίπεδα του 1996, κυρίως λόγω της καθίζησης της αγοράς κατοικίας.

Η ελληνική οικονομία, διαχρονικά, δεν προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια από το εξωτερικό, με τις Ξένες Άμεσες Επενδύσεις να συνεισφέρουν περίπου το 6% του συνόλου των επενδύσεων ιστορικά. Η αδυναμία προσέλκυσης σημαντικών ξένων κεφαλαίων είναι ουσιαστικής σημασίας, καθώς καλούνται τα ελληνικά κεφάλαια να κινητοποιηθούν για να καλύψουν το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, όμως, το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων (ΠΔΕ), λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων, είναι χαμηλό και αδύναμο να στηρίξει μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα καθώς κυμαίνεται περί τα €6,5 δισ. ετησίως.

Οι αποκρατικοποιήσεις κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς. Τα έσοδα που εισπράχθηκαν από ολοκληρωμένες συναλλαγές έφτασαν μόλις τα € 5,44 δισ.

Στην ελληνική αγορά, τα μεγάλα deals εξαγορών και συγχωνεύσεων είναι λίγα και η αξία τους σχετικά χαμηλή (€1,2 δισ. το 2017), ενώ προέρχονται κυρίως από αποεπενδύσεις συστημικών τραπεζών οι οποίες αποτελούν το 75% του συνόλου της αξίας των συναλλαγών το 2016 και το 50% το 2017. Η μέση αξία των εξαγορών στην ελληνική αγορά είναι χαμηλή, φτάνοντας μόλις τα €40 εκατ.

Η ξενοδοχειακή αγορά Εξαγορών και Συγχωνεύσεων θα έπρεπε να είναι πιο ενεργή, αφού τα ελληνικά ξενοδοχεία είναι ανταγωνιστικά, βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση και οδηγούνται κυρίως από το ευρωπαϊκό ΑΕΠ. Παρ' όλα αυτά τα δύο τελευταία έτη (2017-2018) η συνολική αξία 18 μεγάλων ξενοδοχειακών συναλλαγών που καταγράφηκαν ανήλθε μόλις στα €310 εκατ. Αυτό που εξηγεί τον μικρό αριθμό ολοκληρωμένων συναλλαγών τα τελευταία χρόνια είναι το σημαντικό κενό μεταξύ ζητούμενης τιμής και αξίας στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Η μέση ζητούμενη τιμή ανά κλίνη μιας διαφημιζόμενης ξενοδοχειακής επιχείρησης είναι 2,3 φορές υψηλότερη από την αποτιμούμενη αξία μίας όμοιας ξενοδοχειακής μονάδας.

Οι greenfield επενδύσεις στην Ελλάδα αφορούν κυρίως τον ξενοδοχειακό κλάδο και παρουσιάζουν αρκετά βραδύ ρυθμό ωρίμανσης. Ενδεικτικά, υπάρχουν 14 προγραμματισμένα greenfield έργα που αποτιμώνται στα €2,5 δισ., με μέσο χρόνο ωρίμανσης τα 15 έτη. Έχουν καταγραφεί 12 fast track έργα με συνολικό προϋπολογισμό €2,8 δισ., τα οποία κινούνται επίσης αργά, με μέσο όρο τα 3,7 έτη για έγκριση, και όχι ολοκλήρωση, από την ημερομηνία υποβολής τους.

Ορατότητα για μεγάλα projects υποδομών δεν υπάρχει, καθώς οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι παραδόθηκαν τα τελευταία 2 έτη και το ανεκτέλεστο των 75 μεγαλύτερων έργων υποδομών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή προχωρημένο σχεδιασμό στην Ελλάδα εκτιμάται σε €18,7 δισ. μέχρι το 2023. Τα έργα που αφορούν την ενέργεια κινούνται αργά και έχουν σχετικά χαμηλή αξία, πέρα από τις ενεργειακές διασυνδέσεις, που το εκτιμώμενο ανεκτέλεστο φτάνει τα €7 δισ. για τα επόμενα 5 χρόνια.

Παρά το γεγονός πως το κλίμα αβεβαιότητας στην οικονομία υποχωρεί, η χώρα μας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δομικές αδυναμίες και προβλήματα στην προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων, και ιδιαίτερα επενδύσεων μεγάλης κλίμακας. Οι επενδυτές έχουν δύο κατηγορίες κριτηρίων για να επιλέξουν τη χώρα και μια συγκεκριμένη επένδυση: ελάχιστες απαιτήσεις και προσδοκίες απόδοσης. Στις ελάχιστες απαιτήσεις αυτή την περίοδο συγκαταλέγονται η πολιτική σταθερότητα, η ταχύτητα αδειοδότησης και το σταθερό φορολογικό καθεστώς. Στις προσδοκίες απόδοσης κατατάσσονται η ανάπτυξη της χώρας με γρήγορους ρυθμούς και η απόδοση κεφαλαίου της συγκεκριμένης επένδυσης.

Το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τη χώρα σε συνδυασμό με τον εγγενή κίνδυνο της κάθε επένδυσης, τον χρόνο που απαιτείται και το συναλλακτικό κόστος, ξεπερνά γενικά την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης μετά από φόρους και εμποδίζει την εισροή κεφαλαίων για φυσικές επενδύσεις. Η αύξηση της ζήτησης τα επόμενα χρόνια φαίνεται ασθενής για να υποστηρίξει σημαντικές εγχώριες επενδύσεις, ενώ οι επενδύσεις που δεν στηρίζονται στο ελληνικό ΑΕΠ αποτελούν ένα μικρό κομμάτι της αγοράς.

 

* Ο Κυριάκος Ανδρέου είναι Advisory Leader στην PwC Greece

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v