Εμβολιασμοί: Ποιος (πρέπει να) πληρώνει το κόστος νοσηλείας των αρνητών

Δικαιούνται «δωρεάν περίθαλψης» όσοι αρνούνται να εμβολιαστούν; Τα επιχειρήματά του καταθέτει ο Γ. Στάθης τέως Προέδρος της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας.

Εμβολιασμοί: Ποιος (πρέπει να) πληρώνει το κόστος νοσηλείας των αρνητών
  • Του Γιώργου Ι. Στάθη*

Η συζήτηση για το αντιεμβολιαστικό κίνημα και την ουσιαστική καθήλωση του προγράμματος εμβολιασμών φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί.

Ασφαλώς, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια ενημέρωσης και πειθούς, παραδειγματικής βελτίωσης της ελεύθερης διαβίωσης των εμβολιασμένων πολιτών. Αλλά, πρέπει να γίνει παραδεκτό ότι, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δεν πρόκειται να συμβάλει στην ταχύτερη δυνατή έξοδο από την πανδημία και απαλλαγή από τις ποικιλόμορφες συνέπειές της. Οι αρνητές εμβολιασμού μοιάζει να έχουν κάνει μιαν ιδιότυπη προσωπική επιλογή ακόμη και ενδεχόμενης "ευθανασίας", αδιαφορώντας όμως για το δυσβάστακτο κοινωνικό κόστος εξ αιτίας της συμπεριφοράς τους.

Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Πολλές κυβερνήσεις αναζήτησαν λύσεις, περιορίζοντας βέβαια τον υποχρεωτικό εμβολιασμό στις απολύτως απαραίτητες περιπτώσεις, εφαρμόζοντας μέτρα περιορισμού της κινητικότητας και καταφεύγοντας σε κίνητρα και αντικίνητρα τροποποίησης της αρνητικής στάσης των πολιτών.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα μέτρα που εισηγείται η οικονομική επιστήμη για την αντιμετώπιση κρίσεων ή αντικοινωνικών συμπεριφορών και ιδιαίτερα όσων επηρεάζουν αρνητικά τη δημόσια υγεία. Η συζήτηση αυτή ελάχιστα έχει διεξαχθεί στην Ελλάδα και πάντως καθόλου σε σχέση με την πανδημία CoViD-19.

Οι φόροι αμαρτίας (sin taxes)

Τα πλέον γνωστά μέτρα αυτής της κατηγορίας είναι οι ειδικοί φόροι, που επιβάλλονται στην κατανάλωση προϊόντων όπως ο καπνός, το αλκοόλ. Αποκαλούνται "φόροι αμαρτίας" ή "δημόσιας υγείας", επειδή αποβλέπουν στον περιορισμό συμπεριφορών που συνδέονται με πτώση του επιπέδου της δημόσιας υγείας. Αν και φαίνεται να έχουν κάποια επίδραση στην κατανάλωση, καταγράφεται ως μειονέκτημα ότι επιβαρύνουν δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους, οδηγούν στη χρήση φθηνότερων και κακής ποιότητας προϊόντων, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι αυξάνουν το λαθρεμπόριο και τη μαύρη αγορά. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα έσοδα κατευθύνονται τελικά σε δράσεις βελτίωσης της δημόσιας υγείας. Σε κάθε περίπτωση, οι φόροι αμαρτίας δεν συνδέονται με τις επιπτώσεις και τα μέτρα που αναφέρονται στην πανδημία.

Οι πιγκουβιανές επιδοτήσεις (pigouvian subsidies[1])

Στην πανδημία αναφέρονται καταρχάς οι κρατικές επιδοτήσεις, που αποβλέπουν στην προστασία της δημόσιας υγείας, όπως είναι η δωρεάν διάθεση όλων των ειδών εμβολίων και άλλων προϊόντων, κατά περίπτωση.

Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι επιδοτήσεις που αποβλέπουν στην ανακούφιση των πολιτών και των επιχειρήσεων από τις συνέπειες των περιορισμών της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας μιας πανδημίας, όπως η τρέχουσα της CoViD-19. Πρόκειται για τις ενισχύσεις που δόθηκαν από το 2020 στους επιχειρηματικούς φορείς, όταν διακόπηκε ή περιορίσθηκε με κυβερνητική εντολή η δράση τους και στους εργαζόμενους που έχασαν τα εισοδήματά τους εξ αιτίας του περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας ή/και της κινητικότητας.

Εδώ εντάσσονται και τα οικονομικά μέτρα υποκίνησης των εμβολιασμών. Στην Ελλάδα πήραν τη μορφή επιδόματος 150 ευρώ προς τους νέους, στην Ελβετία δίδονται ως δώρο 50 ευρώ στους πολίτες, για κάθε πρόσθετο ανεμβολίαστο, που έπεισαν να εμβολιασθεί.

Οι πιγκουβιανοί φόροι (pigouvian taxes)

Αντίθετη στόχευση έχουν οι εξατομικευμένες επιβαρύνσεις συμπεριφορών που βλάπτουν τη δημόσια υγεία. Κλασσικό παράδειγμα είναι η φορολογική επιβάρυνση όσων επιχειρηματιών προκαλούν ρύπανση του περιβάλλοντος ή η χρηματική επιβάρυνση όσων καταναλωτών επιμένουν στη χρήση πλαστικής σακούλας.

Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται σήμερα η υποχρέωση των Ελλήνων ανεμβολίαστων πολιτών να πληρώνουν τα τεστ ελέγχου μόλυνσης από CoViD-19. Μάλιστα, στην Ιταλία έγινε εισήγηση να επιβαρύνονται οι αρνητές εμβολιασμού, που εισάγονται σε νοσοκομείο λόγω CoViD-19, με το κόστος νοσηλείας τους.

Η αιτιολογική βάση των πιγκουβιανών φόρων βρίσκεται στη διαπίστωση ότι, το κόστος που προκύπτει από την ανεύθυνη, ασυλλόγιστη και αντικοινωνική συμπεριφορά ορισμένων ατόμων, δεν καταβάλλεται από τα ίδια, αλλά επιβαρύνει το κοινωνικό σύνολο, γεγονός που καθιστά ανέξοδη την κοστοβόρα στάση τους και υποθάλπει την απουσία της ατομικής ευθύνης για την επίτευξη του συλλογικού στόχου της οργανωμένης κοινωνίας.

Τα κόστη νοσηλείας της CoViD-19

Στις ΗΠΑ έχει καταγραφεί ότι, οι ανεμβολίαστοι που εισάγονται για νοσηλεία επιφέρουν κόστος μεγαλύτερο του 1,2 δισεκατομμυρίου δολαρίων μηνιαίως. Το γενικό μέσο κόστος νοσηλείας ανέρχεται σε 24.000 δολάρια ανά άτομο, αλλά είναι πολλαπλάσιο για τους νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ, όπου το ειδικό νοσήλιο ανέρχεται σε χιλιάδες ημερησίως.

Στην Ιταλία μετρήθηκε ότι, το μέσο κόστος νοσηλείας ενός ασθενή σε ΜΕΘ CoViD-19 ανέρχεται σε 25.500 ευρώ. "Οι πολίτες που αρνούνται να εμβολιαστούν, πρέπει να αναλαμβάνουν μέχρι τέλους τις ευθύνες των επιλογών και των πράξεών τους", σημείωσαν οι εισηγητές του μέτρου ανάληψης των εξόδων νοσηλείας των ανεμβολίαστων από τους ίδιους.

Στην Ελλάδα, δεν διαθέτουμε έγκυρους υπολογισμούς των πραγματικών νοσηλίων, ανά νόσο. Στα κρατικά νοσοκομεία χρησιμοποιούνται αυθαίρετα νοσήλια, που δεν περιλαμβάνουν το μισθολογικό κόστος του απασχολούμενου προσωπικού. Το νοσήλιο που χρεώνεται σε γενική ΜΕΘ ανέρχεται σε 800 ευρώ για τις τρεις πρώτες μέρες και μειώνεται σταδιακά για τις επόμενες. Περισσότερο ρεαλιστικό είναι το νοσήλιο αποζημίωσης των ιδιωτικών κλινικών εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ, που όμως αφορά μικρό μέρος της δυναμικότητάς τους και ξεκινά από 1.672 ευρώ ημερησίως, μειούμενο σταδιακά μετά τις τρεις πρώτες μέρες.

Με βάση αυτό το τελευταίο, ανεπιβεβαίωτο κόστος ημερήσιου νοσηλίου σε ΜΕΘ, η κοινωνική επιβάρυνση για τη νοσηλεία ενός ανεμβολίαστου ατόμου μπορεί να κυμανθεί, από 7.316 ευρώ για πέντε μέρες ή μέχρι 31.356 ευρώ για τριάντα μέρες.

Στη συνολική δαπάνη φροντίδας ενός ασθενήσαντος αρνητή εμβολιασμού πρέπει να προστεθούν τα προγενέστερα νοσήλια σε κλινική εκτός ΜΕΘ και φυσικά, σε περίπτωση επιβίωσης, το μεγάλο κόστος αντιμετώπισης του Long-CoViD Syndrome.

Σύμφωνα με τη λογική της πιγκουβιανής φορολόγησης, αυτή η ζήτηση θεραπευτικών υπηρεσιών δεν μπορεί να ενταχθεί στην έννοια της λεγόμενης "δωρεάν υγείας", διότι είναι προκλητή και οφείλεται αποκλειστικά στην ανεύθυνη και αντικοινωνική συμπεριφορά του ανεμβολίαστου παθόντος. Επομένως, είναι άδικο να επιμερισθεί το κόστος στο κοινωνικό σύνολο που επέδειξε αλληλεγγύη και υπευθυνότητα, αλλά πρέπει να καταβληθεί από τον υπαίτιο, εφόσον αυτός έχει επαρκή έσοδα από εργασία ή περιουσιακά στοιχεία. Οι δε οικονομικά αδύναμοι θα μπορούσαν, όταν θεραπευθούν και η φυσική τους κατάσταση το επιτρέπει, να προσφέρουν κοινωνική εργασία, αποπληρώνοντας έτσι στην πολιτεία το "χρέος" τους.

Φυσικά, η λήψη παρόμοιας απόφασης είναι πολιτική και οποιαδήποτε κυβέρνηση θα σταθμίσει τα υπέρ και τα κατά, συνυπολογίζοντας το λεγόμενο "πολιτικό κόστος". Για αυτό βρίσκω χρήσιμη και ενδιαφέρουσα την παράθεση εδώ της ακροτελεύτιας παραγράφου σε πρόσφατο κείμενο ενός τακτικού αρθρογράφου της εφημερίδας "Η Αυγή", υπό τον τίτλο "Δημόσιος Κίνδυνος": "Αυτοί που πήραν την ευθύνη να μην εμβολιαστούν, θα πρέπει να αναλάβουν κάποια στιγμή και την ευθύνη της επιλογής και του δικαιώματος τους".

 

[1] Arthur Cecil Pigou (1920). The Economics of Welfare.

* Ο Γιώργος Στάθης είναι τέως πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας (ΕΕΜΥΥ). Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο www.iatronet.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v