Το νέο μοντέλο που χρειάζεται η ελληνική βιομηχανία

Κατεπείγουσα εθνική αναγκαιότητα η αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Το ειδικό βάρος της βιομηχανίας τροφίμων και η ανάγκη για επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Γράφει ο Νίκος Λούλης.

Το νέο μοντέλο που χρειάζεται η ελληνική βιομηχανία
  • του Νίκου Λούλη*

Οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών –από την εκτίναξη του ενεργειακού κόστος μέχρι τις πληθωριστικές πιέσεις στις πρώτες ύλες– ανέδειξαν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας, η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μας μοντέλου παύει να αποτελεί μια θεωρητική άσκηση και μετατρέπεται σε κατεπείγουσα εθνική αναγκαιότητα.

Η στρατηγική για το μέλλον της χώρας συμπυκνώνεται σε μία κρίσιμη έννοια: την παραγωγική ισορροπία. Η Ελλάδα, όπως και καμία χώρα στον κόσμο δεν έχει την πολυτέλεια να στηρίζεται σε μια μονοθεματική οικονομία. Ο τουρισμός και οι υπηρεσίες γύρω από αυτόν αποτελούν αναμφισβήτητα έναν ισχυρό και απαραίτητο πυλώνα. Παράλληλα, τομείς όπως τα logistics, οι χρηματοοικονομικές και οι επαγγελματικές υπηρεσίες αποδεικνύουν έμπρακτα ότι διαθέτουν σημαντική αναπτυξιακή δυναμική.

Ωστόσο, ο πυλώνας της εγχώριας μεταποίησης παραμένει διαχρονικά ο πλέον αδύναμος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η μεταποίηση στην Ελλάδα εισφέρει μόλις το 9% του ΑΕΠ, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 14%.

Αυτή η απόκλιση αποτυπώνει όχι μόνο το μεγάλο περιθώριο βελτίωσης που υπάρχει, αλλά και την ανάγκη θωράκισης της χώρας. Ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται υπέρμετρα στην εισαγωγή αγαθών είναι εγγενώς εκτεθειμένο και ευάλωτο σε περιόδους παγκόσμιων αναταραχών, όπου η επάρκεια και η αυτάρκεια αποτελούν ζητήματα στρατηγικής ασφάλειας.

Η βιομηχανία τροφίμων ως μοχλός ανάπτυξης και προώθησης ενός διεθνούς brand

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών ξεχωρίζει ως ένας από τους ελάχιστους κλάδους που συνδυάζουν ιδανικά την εγχώρια παραγωγή με την έντονη εξωστρέφεια. Τα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ επιβεβαιώνουν τη στρατηγική βαρύτητα του κλάδου:

  • Ηγέτης της Μεταποίησης: Αποτελεί τον μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής μεταποίησης με κύκλο εργασιών 21,7 δισ. ευρώ, μέγεθος που αντιπροσωπεύει το 23,2% του συνολικού μεταποιητικού τζίρου.
  • Βασικός Πυλώνας Απασχόλησης: Είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης του τομέα με περισσότερες από 140.000 άμεσες θέσεις εργασίας, απορροφώντας το 37,5% των εργαζομένων στη μεταποίηση.
  • Εξαγωγική Δύναμη: Συνεισφέρει πάνω από το 14% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, με την αξία τους να ανέρχεται στα 7 δισ. ευρώ.

Πέρα όμως από τα ποσοτικά μεγέθη, η ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων επιτελεί έναν ακόμη κρίσιμο ρόλο: αποτελεί τον καλύτερο πρεσβευτή του ελληνικού "brand name" διεθνώς. Εξάγοντας προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, ταυτισμένα με την ελληνική γη, δημιουργεί ένα μοναδικό, μη αντιγράψιμο πλεονέκτημα, το οποίο λειτουργεί συμπληρωματικά και ενισχυτικά προς το ίδιο το τουριστικό μας προϊόν.

Η ανάγκη να αποκτήσει αυτός ο δυναμικός κλάδος μια ακόμη πιο ισχυρή, θεσμική φωνή στο κέντρο των οικονομικών αποφάσεων είναι προφανής. Ο ΣΕΒ εκφράζει διαχρονικά με σθένος τις θέσεις της επιχειρηματικότητας, ωστόσο η εκπροσώπηση του μεταποιητικού κομματιού της βιομηχανίας τροφίμων στα κέντρα λήψης αποφάσεων μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, ώστε να ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο ειδικό βάρος που έχει ο κλάδος για την ελληνική οικονομία.

Το «εθνικό στοίχημα» της παραγωγικότητας και των επενδύσεων

Μια ειλικρινής αποτίμηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας επιβάλλει την εστίαση στην πραγματική «Αχίλλειο πτέρνα» της οικονομίας μας: τη χαμηλή παραγωγικότητα.

Σήμερα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ αν εξετάσουμε τον ίδιο δείκτη ανά ώρα εργασίας, το ποσοστό υποχωρεί στο 43%.

Απέναντι στα στρεβλά στερεότυπα που επικράτησαν κατά την περίοδο της κρίσης, η χαμηλή αυτή επίδοση δεν σχετίζεται με την εργατικότητα του δυναμικού. Με βάση τα στοιχεία της EUROSTAT, στην Ελλάδα οι ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο είναι κατά 3,8 ώρες περισσότερες, ανά εβδομάδα, από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόβλημα είναι βαθιά δομικό, τεχνολογικό και επενδυτικό.

Η αναστροφή του δείκτη παραγωγικότητας πρέπει να μετατραπεί σε ένα εθνικό στοίχημα, σε έναν κεντρικό στόχο της οικονομικής πολιτικής, αντίστοιχο με εκείνον της μείωσης της ανεργίας. Η υψηλή παραγωγικότητα αποτελεί τη μοναδική ασφαλή οδό για βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία μεταφράζεται σε δημιουργία προστιθέμενης αξίας, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και διάχυση του πλούτου στην κοινωνία.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται άμεση τόνωση των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου, οι οποίες στην Ελλάδα καθηλώθηκαν τα τελευταία έτη στο 15% του ΑΕΠ, έναντι 21% στην Ευρώπη. Το κράτος οφείλει να λειτουργήσει ως επιταχυντής, παρέχοντας τα κατάλληλα κίνητρα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΒ έχει καταθέσει συγκεκριμένες και επεξεργασμένες προτάσεις, με κυρίαρχη την υιοθέτηση του μέτρου των υπεραποσβέσεων. Πρόκειται για ένα εργαλείο με αποδεδειγμένα άμεσο αποτέλεσμα, το οποίο δεν απορροφά πόρους από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά αντίθετα κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να επωφεληθούν από την προστιθέμενη αξία των επενδύσεών τους.

Παράλληλα, η βιομηχανική πολιτική οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα του ενεργειακού κόστους, το οποίο εξακολουθεί να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, ιδιαίτερα στις διεθνείς αγορές. Αν και έχουν γίνει βήματα, απαιτούνται βαθιές μεταρρυθμίσεις για την άρση των αγκυλώσεων στο ελληνικό μοντέλο αγοράς ενέργειας.

Το διακύβευμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις αν αναλογιστούμε τη γενικότερη τάση αποβιομηχανοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ υποχώρησε από το 20% στις αρχές της δεκαετίας του '90 στο 14% σήμερα, καθιστώντας την Ευρώπη ευάλωτη και εξαρτημένη.

Ψηφιακός μετασχηματισμός: Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως καταλύτης για τις ΜμΕ

Στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, η ελληνική μεταποίηση καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα μια τριπλή πρόκληση: την πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σε αυτή τη διαδρομή, ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα χάσμα που θα αφήσει πίσω τις μικρότερες και μεσαίες βιομηχανίες είναι υπαρκτός, αλλά όχι αναπόφευκτος.

Ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν σαφώς περισσότερους πόρους, οι αναδυόμενες τεχνολογίες και ιδιαίτερα η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) λειτουργούν ως ένας μεγάλος εξισορροπητικός παράγοντας. Το AI μπορεί να εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικά πολύτιμο σύμμαχο για τις μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς:

  1. Τις βοηθά να αποκτήσουν πρόσβαση σε προηγμένα εργαλεία που πολλαπλασιάζουν την παραγωγικότητά τους με ελάχιστο κόστος.
  2. Τις ευνοεί λόγω της ευελιξίας τους, επιτρέποντάς τους να ενσωματώσουν τις αλλαγές πολύ ταχύτερα από έναν μεγάλο, γραφειοκρατικό οργανισμό.

Είναι χρήσιμο να αποσαφηνιστεί μια κοινή παρανόηση: ο ΣΕΒ δεν αποτελεί έναν οργανισμό που εκπροσωπεί αποκλειστικά τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αντίθετα, μέσω της στενής θεσμικής συνεργασίας με τους περιφερειακούς συνδέσμους, εκφράζει άμεσα και έμμεσα πάνω από 4.000 επιχειρήσεις και βιομηχανίες σε ολόκληρη τη χώρα.

Μέσα από στοχευμένες εκπαιδευτικές και ενημερωτικές πρωτοβουλίες, ο Σύνδεσμος μεριμνά ώστε τα σύγχρονα εργαλεία και η τεχνογνωσία να φτάνουν σε κάθε ελληνική επιχείρηση, με τελικό στόχο την απελευθέρωση της δυναμικής ολόκληρου του επιχειρηματικού οικοσυστήματος, ανεξαρτήτως μεγέθους.

Η πίστη στην υπεύθυνη βιομηχανία και η συλλογική δέσμευση

Για να αλλάξει οριστικά σελίδα η ελληνική οικονομία, απαιτείται μια βαθιά στροφή νοοτροπίας, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, προς την κατεύθυνση της υπεύθυνης μεταποίησης και βιομηχανίας.

Όταν εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η παραγωγή δεν είναι μια δραστηριότητα του παρελθόντος, αλλά το κατεξοχήν όχημα για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ασφάλεια της χώρας, τότε θα είμαστε σε θέση να κάνουμε τα σωστά και αποφασιστικά βήματα προς το μέλλον.

Αυτό ακριβώς το όραμα για μια ισχυρή, παραγωγική Ελλάδα επιθυμώ να υπηρετήσω ενεργά. Η ανάγκη για ουσιαστική εκπροσώπηση του μεταποιητικού κομματιού της Βιομηχανίας Τροφίμων, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα τιμητική πρόταση του Προέδρου κ. Σπύρου Θεοδωρόπουλου, αποτέλεσε το έναυσμα για τη δική μου απόφαση να συμμετέχω ως υποψήφιος για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΒ.

Πρόκειται για μια προσωπική δέσμευση να εργαστώ ώστε να δοθεί καθαρή, δυναμική και αποτελεσματική φωνή στη βιομηχανία που στηρίζει διαχρονικά την ελληνική περιφέρεια και την κοινωνία μας.

 

* Ο Νίκος Λούλης είναι Πρόεδρος της Loulis Food Ingredients και υποψήφιος στις εκλογές ανάδειξης Δ.Σ. του ΣΕΒ


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο