Όπως γράψαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας το 56χρονος Ελβετο-Ιταλός μάνατζερ Τζιάννι Ινφαντίνο, πρόεδρος της FIFA (παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου), στην επαγγελματική του ζωή, έχει ασχοληθεί μόνο με το ποδόσφαιρο παρά τις πολυτεχνικές σπουδές του. Και μέσα από τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του δημοφιλέστερου αθλήματος στον κόσμο, έφθασε στην κορυφή της διοικητικής του πυραμίδας, τη FIFA, από την οποίαν εισπράττει και μισθό 5,5 εκατ. δολάρια το χρόνο.
Πόσοι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ηγετικοί μάνατζερ στον κόσμο έχουν παρόμοια αμοιβή είναι μια άλλη ιστορία. Πρέπει όμως να προστεθεί ότι επί προεδρίας Ινφαντίνο τα έσοδα της FIFA – πενταπλασιάστηκαν και η Παγκόσμια Ομοσπονδία μπήκε σε άλλη τροχιά: Αυτή της συμμετοχής ή όχι στη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση.
Στο επίπεδο αυτό ο Τζιάννι Ινφαντίνο, προφανώς έκανε κάποια λάθη, αναπόφευκτα ίσως από τη στιγμή που δεν έθεσε, στον εαυτό του πρωτίστως, το ερώτημα ποιο μέλλον έχει η FIFA στον σημερινό μεταβαλλόμενο σε όλα τα επίπεδα κόσμο.
Ιστορικά, η FIFA λειτουργούσε ως διεθνής ομοσπονδία της οποίας η αποστολή ήταν κυρίως η διοργάνωση αγώνων και η αναδιανομή των πόρων που παρήγαγε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τα τελευταία δέκα χρόνια, όμως, εξελίχθηκε σταδιακά προς ένα μοντέλο πολύ πιο κοντά σε αυτό ενός παγκόσμιου ομίλου αθλητικής ψυχαγωγίας.
Αυτή η εξέλιξη φαίνεται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις που ελήφθησαν πρόσφατα: περισσότεροι διαγωνισμοί, ανάπτυξη νέων εμπορικών προϊόντων, ενισχυμένη ψηφιακή στρατηγική, αύξηση των εσόδων από μάρκετινγκ, επέκταση των προγραμμάτων φιλοξενίας και συνεχής αναζήτηση νέων πηγών χρηματοδότησης.
Η οικονομική πρόταση του προέδρου της Ομοσπονδίας που αποσύρθηκε προ ημερών ήταν τελικά το λογικό αποτέλεσμα αυτής της τροχιάς, αλλά αποκαλύπτει επίσης τα όρια αυτού του μετασχηματισμού.
Μια εταιρεία μπορεί να λάβει γρήγορες αποφάσεις όταν πιστεύει ότι μια συναλλαγή θα δημιουργήσει αξία για τους μετόχους της. Μια διεθνής ομοσπονδία, από την άλλη πλευρά, πρέπει να οικοδομήσει συμβιβασμούς μεταξύ γεωγραφικών, αθλητικών και πολιτικών συμφερόντων που μερικές φορές απέχουν πολύ μεταξύ τους.
Είναι ακριβώς αυτή η διαφορά που η FIFA φαίνεται να έχει υποτιμήσει. Σοβαρό λάθος.
Ο πρόεδρος της FIFA, θέλησε να αναλάβει πρωτοβουλίες προσαρμογής του οργανισμού σε νέες συνθήκες χωρίς να υπολογίσει όσο έπρεπε τον «ξενοδόχο».
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, με αφετηρία την παγκοσμιοποίηση, η UEFA, η FIFA, η ΔΟΕ και το Παγκόσμιο Ράγκμπι δεν είναι πλέον απλώς ιδρύματα που είναι υπεύθυνα για τη διοργάνωση αγώνων. Έχουν γίνει πραγματικά παγκόσμιοι όμιλοι αθλητικής ψυχαγωγίας, διαχειρίζονται οικονομικά περιουσιακά στοιχεία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, διαπραγματεύονται διεθνείς συμφωνίες μετάδοσης και αναπτύσσουν στρατηγικές ανάπτυξης συγκρίσιμες με αυτές των μεγάλων εταιρειών.
Αυτή η αλλαγή συνοδεύτηκε από επαγγελματοποίηση της διακυβέρνησής τους και μόνιμη αναζήτηση νέων πηγών εισοδήματος. Η αύξηση των αγώνων, η δημιουργία νέων εκδηλώσεων, ο πολλαπλασιασμός των εμπορικών συνεργασιών και η ανάπτυξη της premium φιλοξενίας ακολουθούν την ίδια λογική: την αύξηση της αξίας των αθλητικών περιουσιακών στοιχείων.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η πρόταση της FIFA Forward Enterprise (FFE) προς τα μέλη της Ομοσπονδίας, ήταν πλήρως σύμφωνη με αυτή τη δυναμική. Σε οικονομικό επίπεδο, ανταποκρίθηκε σε μια λογική δημιουργίας αξίας που έχει δοκιμαστεί ευρέως στον επιχειρηματικό κόσμο. Αλλά αγνόησε κατά την εκτίμησή μας, μια ουσιαστική πραγματικότητα: μια διεθνής ομοσπονδία δεν διοικείται όπως μια εισηγμένη εταιρεία.
Η νομιμότητα ενός οργανισμού όπως η FIFA δεν βασίζεται αποκλειστικά στις οικονομικές του επιδόσεις. Εξαρτάται εξίσου από την ικανότητά του να οικοδομήσει μια συναίνεση μεταξύ ομοσπονδιών με μερικές φορές αποκλίνοντα συμφέροντα, να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των μελών του και να αποδείξει ότι οι στρατηγικές επιλογές αποφασίζονται από κοινού αντί να επιβάλλονται. Καθώς τα οικονομικά ζητήματα αυξάνονται, μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις για διαφάνεια και καλή διακυβέρνηση.
Αυτό είναι αναμφίβολα το κύριο δίδαγμα αυτής της κρίσης. Η εμπορική επιτυχία του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 δείχνει ότι η οικονομική στρατηγική που εφαρμόζει ο Τζιάνι Ινφαντίνο λειτουργεί. Από την άλλη πλευρά, η διαμαρτυρία που προκλήθηκε από την πρόταση FFE δείχνει ότι οι οικονομικές επιδόσεις από μόνες τους δεν είναι πλέον επαρκές πολιτικό κεφάλαιο.
Ο Τζιάνι Ινφαντίνο παραμένει το φαβορί για τις προεδρικές εκλογές του 2027. Οι οικονομικές επιδόσεις του είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν και τα προγράμματα ανακατανομής της FIFA συνεχίζουν να εξασφαλίζουν την υποστήριξη πολλών «μικρών» ομοσπονδιών. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δέκα χρόνια, όμως, ο πρόεδρος της FIFA αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μια σημαντική μεταρρύθμιση υπό την πίεση των μελών της.
Πέρα από το προσωπικό του μέλλον, αυτή η εξέλιξη εγείρει ένα ευρύτερο ερώτημα: καθώς οι διεθνείς αθλητικοί οργανισμοί γίνονται πραγματικές οικονομικές δυνάμεις, μπορεί η διακυβέρνησή τους να συνεχίσει να βασίζεται σε μηχανισμούς σχεδιασμένους για μια άλλη εποχή;
Η ικανότητα δημιουργίας αξίας θα παραμείνει απαραίτητη, αλλά πιθανότατα δεν θα είναι πλέον αρκετή. Στον παγκόσμιο αθλητισμό, όπως και αλλού, οι οικονομικές επιδόσεις δεν απαλλάσσονται ποτέ από την οικοδόμηση πολιτικής συναίνεσης. Και στο επίπεδο αυτό ο Τζιάννι Ινφαντίνο, έκανε ένα ακόμα λάθος, αν αποδειχτεί ότι είχε σχέση με το στενό οικονομικό περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου.
Ως φαίνεται όμως, αυτή η διάσταση μάλλον θα αποφευχθεί γιατί τώρα γίνεται λόγος για το αν έδωσε υπερβολική αποζημίωση αποχώρησης σε υποτιθέμενη μαιτρέσα του, υπάλληλο της Ομοσπονδίας. Τι να γίνει όμως; Ποδόσφαιρο είναι αυτό, με πολλές πτυχές του στο απυρόβλητο. Τρεις μόνο σεΐχηδες έχουν επενδύσει στο άθλημα αυτό, όπου τα στοιχήματα δίνουν και παίρνουν κατά το αμερικανικό περιοδικό Forbes, περί τα 200 δισ. δολάρια γιατί σίγουρα κάτι ξέρουν.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.